Την ώρα που μαίνεται ένας σκληρός πόλεμος στην βορειοανατολική Ευρώπη μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, διαδραματίζεται παράλληλα ένας πόλεμος (παρα)πληροφόρησης και προπαγάνδας, οι διαστάσεις του οποίου γίνονται παγκόσμιες. Ο πόλεμος αυτός εξελίσσεται και στην χώρα μας, προκαλώντας διχογνωμία, ακόμη και διχασμό ανάμεσα σε πολιτικά κόμματα, αλλά προπαντός μέσα στην κοινωνία. Τα κοινωνικά μέσα βρίθουν μηνυμάτων με κατηγορίες και σχόλια περί ρωσοφιλίας και αμερικανοτσολιαδισμού.

Τέτοιες κρίσεις, που έχουν αντίκτυπο σε κράτη και κοινωνίες εκτός της εμπόλεμης ζώνης, απαιτούν ομοψυχία και ομόνοια, για να μείνει η χώρα όσο γίνεται πιο αλώβητη από την κρίση, να αναλύσει τα δεδομένα με ψυχραιμία, να εξάγει πολύτιμα συμπεράσματα για το μέλλον και να κινηθεί με σύνεση, ώστε η επόμενη μέρα να την βρει σε μεγαλύτερη ετοιμότητα για τις προκλήσεις που θα προκύψουν.

Η διαλεκτική ως κέρδος για την δημοκρατία

Σε στιγμές όπως αυτές, δεν χωράνε και δεν θα έπρεπε να μας απασχολούν τα συμφέροντα της Μόσχας ή του Κιέβου, παρά μονάχα της Ελλάδος. Εξάλλου, αν η κρίση αυτή είναι χρήσιμη σε κάτι, αυτό είναι στο να επιβεβαιώνει στην πράξη ότι εν καιρώ πολέμου, ο καθένας πορεύεται μόνος και φροντίζει για τις επιμέρους ανάγκες του.

Αυτό είναι καλό να το έχουν υπ’ όψιν οι πολίτες κυρίως και να μην παρασύρονται από δημοσιογράφους οι οποίοι στοχεύουν πρωτίστως στην εντυπωσιοθηρία, ούτε μέσα ενημέρωσης τα οποία προπαγανδίζουν αντί να αναλύουν. Η ποικιλία αναλύσεων και η διαλεκτική αποτελούν κέρδος για τον δημόσιο λόγο και την δημοκρατία, διότι εμβαθύνουν την σκέψη. Αρκεί να μπορεί κανείς να φιλτράρει τα επιχειρήματα με ερείσματα, που βασίζονται στην λογική από τις κενολογίες που χαρακτηρίζονται από εμπάθεια, άρνηση λογοδοσίας και έναν υφέρποντα αυταρχισμό.

Οι ενστάσεις για την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να στείλει όπλα στην Ουκρανία, χωρίς την επιδίωξη συνεννόησης με τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα ή την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, αποκαλύπτουν την πλέον επικίνδυνη πτυχή του πρωθυπουργικού συγκεντρωτισμού. Το ότι προέβη, ενδεχομένως αβασάνιστα, ο πρωθυπουργός σε μια ενέργεια που μπορεί να έχει σοβαρές μεσομακρυπρόθεσμες συνέπειες για την γεωπολιτική και γεωστρατηγική θέση της χώρας, χωρίς καν την διάθεση να συζητήσει το σκεπτικό γύρω από την απόφαση αυτή, πόσω δε μάλλον να λογοδοτήσει γι’ αυτήν, οφείλουν να απασχολήσουν τον πολίτη διότι φανερώνουν ένα μεγάλο κενό στην κατάστρωση της εθνικής στρατηγικής, η οποία διαμορφώνεται σήμερα ανάλογα με το καπρίτσιο του εκάστοτε πρωθυπουργού.

Όταν οι ξένοι γνωρίζουν τους «δικούς μας» καλύτερα απ’ ότι οι δικοί μας

Όλο αυτό δείχνει μια αφέλεια σχετικά με την αντίληψη της πολιτικής. Η αφέλεια αυτή δεν ταιριάζει σε έναν λαό όπως τον ελληνικό, ο οποίος μελετά το φαινόμενο της πολιτικής από αρχαιοτάτων χρόνων. Κορυφαίοι ποιητές και τραγικοί, όπως ο Ευριπίδης και ιστορικοί, όπως ο Θουκυδίδης, μας έχουν χαρίσει πολύτιμες γνώσεις. Δυστυχώς, πολλές φορές οι ξένοι πολιτικοί δείχνουν να μελετούν και να εκτιμούν τους «δικούς μας» καλύτερα απ’ ότι οι ημέτεροι επαγγελματίες του πολιτικού βίου. Γι’ αυτό επαφίεται στους πολίτες να εφοδιαστούν με τις γνώσεις αυτές, ώστε να ελέγχουν την αβελτηρία της ηγεσίας τους.

Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς παρά να παραδεχθεί την διπλωματική ικανότητα της Τουρκίας και την επιτελική σκέψη των ηγετών της, που, παρά το γεγονός ότι αποτελούν τον ορισμό του αφερέγγυου εταίρου, προσπαθώντας πάντα να «το έχουν δίπορτο», κατορθώνουν σήμερα να αποσπούν τα εύσημα και τα συγχαρητήρια τόσο από την Δύση, όσο και από την Μόσχα.

Η διπλωματική ευφυία της Άγκυρας είναι πράγματι αξιοθαύμαστη, αφού παρά τα όσα αποτρόπαια έχει διαπράξει διαχρονικά εις βάρος της ανθρωπότητας και την σχεδόν μόνιμη διαφοροποίηση που παρουσιάζει με τα συμφέροντα των συμμάχων της, καταφέρνει πάντα να βγαίνει κερδισμένη. Αντιθέτως, η Ελλάς, η υποταγή της οποίας θεωρείται δεδομένη, δεν έχει καταφέρει να αποφύγει τις εθνικές ήττες, ακόμη και όταν βρισκόταν με «την σωστή πλευρά της ιστορίας» και μάλιστα, έχοντας χύσει αίμα και υποστεί πολύ δύσκολες θυσίες για να γραφτεί η ιστορία σύμφωνα με τις επιθυμίες των συμμάχων της.

Η σωστή πλευρά της ιστορίας και οι λάθος χειρισμοί

Οι τάσεις και εξελίξεις αυτές πρέπει πρωτίστως να προβληματίζουν τους πολίτες, διότι, ως συνήθως, αυτοί θα κληθούν να αναλάβουν το κόστος των αποφάσεων που θα προκρίνουν οι πολιτικοί. Συνεπώς, απαιτείται ωριμότερη πολιτική σκέψη και σφαιρικότερη ανάλυση.

Η Ελλάς, ως χώρα που απολάμβανε παραδοσιακά στενές σχέσεις με αμφότερες τις πλευρές που μετέχουν στην σύρραξη στην Ουκρανία, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, την οποία όμως, εγκαταλείπει, χάρη στις απερίσκεπτες και ύποπτες ενέργειες του πρωθυπουργού. Την στιγμή που η Τουρκία και το Ισραήλ υιοθετούν ουδέτερη στάση και κοιτάζουν να αξιοποιήσουν το διπλωματικό τους κεφάλαιο για να συμβάλλουν στην επίτευξη ειρήνης ή στην λύση των ενεργειακών προβλημάτων που πλανώνται απειλητικά ως φάντασμα πάνω από ολόκληρη την Ευρώπη, η Ελλάς στέλνει… μερικά όπλα στους Ουκρανούς. Η κίνηση αυτή όχι μόνο δεν βοηθάει ουσιαστικά το Κίεβο, αφού δεν πρόκειται να αλλάξουν τα λιγοστά ελληνικά όπλα τον συσχετισμό ισχύος ή πυρός, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ανοικτή πρόκληση εις βάρος της Μόσχας, καθιστώντας αυτή την στιγμή την χώρα μας εχθρική προς αυτήν.

Όλη αυτή η αλλοπρόσαλλη κατάσταση εγείρει ερωτήματα για τον σκοπό και τους στόχους του πολέμου. Ερωτήματα που πραγματεύτηκε πριν σχεδόν 2.500 χρόνια ο τραγικός Ευριπίδης, που κατά τον Αριστοτέλη, είναι ο «τραγικώτερος των ποιητών». Στο κατ’ εξοχήν αντιπολεμικό του έργο «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι», ο «από σκηνής φιλόσοφος» παρουσιάζει τον Αγαμέμνονα ενώπιον του διλλήματος αν θα πρέπει να θυσιάσει την πρωτότοκη θυγατέρα του για να εξευμενίσει την Αρτέμιδα και να εξασφαλίσει έτσι τον απόπλου του ελληνικού στρατού στην Τροία. Βέβαια, το δίλλημα αυτό δεν κρατάει παρά μονάχα για μια σκηνή, διότι, ενώ ο Μενέλαος μετανιώνει για την αρχική αιματηρή απαίτησή του, ο Αγαμέμνων είναι αυτός που επικρατεί στην κυβίστηση και προχωρά με το σχέδιο θυσίας της κόρης του για να σωθεί…ο θρόνος του.

Ιφιγένεια η εν Αυλίδι και το ίδιον όφελος

Σε τελική ανάλυση, ο φόβος και η απειλή της επιστροφής του Μενέλαου από την Σπάρτη, όπου ασφαλώς, ως ξενομερίτης και σώγαμπρος που ήταν, δεν θα μπορούσε πλέον να βασιλεύει χωρίς την όμορφη Σπαρτιάτισσα βασίλισσα στο πλευρό του, οδηγεί τον Αγαμέμνονα στην ακραία λύση (του προληπτικού πλήγματος) της θυσίας της Ιφιγένειας, ώστε να πραγματοποιηθεί η επιστροφή της Ελένης και δι’ αυτής, να εξασφαλίσει το ίδιον όφελος.

Φυσικά, η μεγαλύτερη τραγωδία και ανατρεπτικότητα του έργου έγκειται στον υπαινιγμό ότι εφόσον οι άρχοντες του κόσμου δεν λογαριάζουν ούτε τα ίδια τα παιδιά τους μπροστά στον κίνδυνο της απώλειας της εξουσίας, δεν υπάρχει περίπτωση να λυπηθούν τα παιδιά των άλλων.

Το έργο αυτό, μαζί με τις Τρωάδες, στιγματίζει τον ιμπεριαλισμό της πάλαι ποτέ δημοκρατικής Αθήνας, η οποία, στην συνέχεια, αντάμειψε τον μεγάλο ποιητή με μιαν ανήθικη και στοχευμένη πολιτική εξόντωσης που τον οδήγησε στην (αυτό)εξορία. Το «κλεινόν άστυ» επιφύλαξε την ίδια μοίρα στους εξίσου σπουδαίους συμπολίτες του Ευριπίδη, προσωπικότητες όπως ο Θουκυδίδης και ο Αισχύλος, οι οποίοι διαπίστωσαν και αυτοί με την σειρά τους ότι στον βωμό των προσωπικών συμφερόντων, καμία επωνυμία, δημοφιλία, ευφυία ή ηρωική πράξη δεν είναι ικανή να αποτρέψει την απαιτούμενη θυσία.

Μήπως, λοιπόν, η Ουκρανία προορίζεται να γίνει η Ιφιγένεια της Δύσης στην προσπάθεια της δευτέρας να αλώσει την Ρωσία; Τα παράπονα του Ουκρανού προέδρου Ζελένσκι για την έλλειψη υποστήριξης εκ μέρους των δυνάμεων του ΝΑΤΟ επιδέχονται και την ερμηνεία ότι το Κίεβο χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ ως πιόνι στην παρτίδα σκακιού που παίζουν οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη… για να καταστραφεί η ρωσική οικονομία και να αποσταθεροποιηθεί το καθεστώς Πούτιν.

Φυσικά, το ίδιο ισχύει για τις κινήσεις του Πούτιν, ο οποίος προωθεί τα συμφέροντά του μέσα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και προσπαθεί να εντοπίσει τα όρια της Δύσης.

Στην φλούδα της γης που λέγεται Ελλάδα, όμως, ίσως θα πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο ποια ακριβώς συμφέροντα θέλει να εξυπηρετήσει η κυβέρνηση με την αποστολή όπλων. Της Ουκρανίας ή τα δικά της; Ίσως να θέλει να προστατέψει το δικό της βασίλειο από τους επίδοξους Μενελάους. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι ποιες θα είναι οι εγχώριες Ιφιγένειες;

Written by

Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.