Κάποτε η δύναμη του λόγου καθιστούσε έντρομη τους κατά τόπους άρχοντες και τάραζε συθέμελα ολόκληρα καθεστώτα. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την περίπτωση ποιητών, όπως ο «τραγικώτατος όλων των ποιητών» Ευριπίδης, ο οποίος πλήρωσε τον (επι)κριτικό λόγο που διατύπωνε με το τίμημα της εξορίας. Παρόμοια περίπτωση πρέπει να αποτελούσε και ο μέγας ιστορικός Θουκυδίδης, που πέθανε και αυτός (αυτο)εξόριστος ή ο «ένθεος» Αισχύλος, η επιτύμβια επιγραφή του οποίου στιγματίζει το κατεστημένο της εποχής του, που άφησε τον σπουδαίο εκείνον ποιητή και Μαραθωνομάχο να ταφεί μακριά από την γενέτειρά του.

Σε κάθε εποχή, προβάλλουν φωνές και γραφίδες που, με χειρουργική ευστοχία, τολμούν και αγγίζουν ευαίσθητες χορδές. Συνήθως, η μοίρα τους επιφυλάσσει σκληρό αντίτιμο, το οποίο, όμως, ηρωικώς αποδέχονται προκειμένου να ψηλαφηθεί η αλήθεια και να υποστηριχθεί η κριτική σκέψη. Η εξορία και ο δια της κακουχίας αργός θάνατος, όπως στην περίπτωση του ιερού Χρυσοστόμου, η φυλάκιση και η σκληρή διαβίωση μέσα σε απάνθρωπες συνθήκες, όπως στην περίπτωση των μεγάλων αγωνιστών του ’21  Κολοκοτρώνη και Μακρυγιάννη, ή προμελετημένη και εν ψυχρώ δολοφονία, όπως σε περιπτώσεις του εσχάτως αγιοκαταταχθέντος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως και του εθνομάρτυρα Κοσμά Αιτωλού, του Ιωάννη Καποδίστρια, Ίωνα Δραγούμη, κ.α. αποτελούν παραδείγματα κάποιων από των συνεπειών που κλήθηκαν να αναλάβουν εκείνοι οι διαπρύσιοι κήρυκες της αλήθειας.

Απόλυτο υπερόπλο ο λόγος

Όσοι με την παρρησία του λόγου τους, τον οποίο επιβεβαιώνουν με την ακρεταιότητα της πολιτείας τους, απειλούσαν να ανατρέψουν το επικρατέν αφήγημα της εξουσίας έδειξαν ότι ο λόγος, όταν χρησιμοποιείται σωστά, ισοδυναμεί με βόμβα μεγατόνων που μπορεί όντως να προκαλέσει ανατρεπτικές αλλαγές.

Βαυκαλιζόμαστε με την σκέψη ότι υπάρχουν και τέτοιες φωνές σήμερα. Άλλωστε, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πάντως, οι φωνές αυτές απαντούν όλο και πιο σπάνια στους επώνυμους δημοσιογράφους των συστημικών ΜΜΕ, τους επαγγελματίες του πολιτικού βίου ή τους ιστορικούς.

Διαφορετικά, η σφαίρα του δημοσίου διαλόγου θα ήταν πολύ διαφορετική. Τα θέματα που μας απασχολούν και συζητούνται δημοσίως θα άγγιζαν πολύ πιο ουσιώδεις πτυχές των κοινών. Για παράδειγμα αντί να περιστρέφονται σαν τις μύγες στις ακαθαρσίες οι δημοσιολογούντες γύρω από τις μπηχτές του κάθε παρακμιακού μάνατζερ και προμηθευτή τηλεσκουπιδιών, θα αναρωτιούντο πώς και γιατί εξασφαλίζουν πρόσβαση άτομα τέτοιας υποστάθμης σε κορυφαίους υπουργούς και κεντρικούς κόμβους του κυβερνητικού επιτελείου.

Αντί να αναπαράγονται οι προσβλητικές απόψεις του κάθε δοκησίσοφου συγγραφέα και πολιτικού γυρολόγου που παρουσιάζει αθεράπευτη ιδεοληπτική αγκύλωση σε όλα πλην της εκπληκτικής ελαστικότητας που του επιτρέπει να αλλάζει πολιτικά κόμματα για να απολαμβάνει παντός καιρού την τρυφή του επαγγελματικού πολιτικού βίου, θα ήταν χρήσιμο να τίθενται κρίσιμα ερωτήματα για την ιστορία του τόπου. Για παράδειγμα, ποιος διέταξε τον φόνο του Καποδίστρια και ποια συμφέροντα εξυπηρέτησε η συγκεκριμένη ενέργεια; Κατά πόσον τα συμφέροντα αυτά εξακολουθούν να υπονομεύουν την Ελλάδα, φθάνοντας ακόμη και σε σημείο να απειλήσουν την ζωή του εκάστοτε προέδρου της κυβέρνησης ή της οικογένειάς του αν δεν πειθαρχήσει στα κελεύσματά τους;

Ενέργεια, λαθρομετανάστευση, υπογεννητικότητα και αποσιωπημένα ερωτήματα

Οι ειδήσεις βρίθουν αναφορών για την ακρίβεια, χωρίς να πιέζουν με επίμονα ερωτήματα και αποκαλυπτικές έρευνες τους σχεδιαστές της ενεργειακής πολιτικής να φανερώσουν τους λόγους που η Ελλάς αρνείται πεισματικά να προβεί σε κινήσεις που θα εξασφάλιζαν την ενεργειακή αυτονομία της ή τουλάχιστον θα μείωναν την πίεση που δέχεται το κάθε ελληνικό νοικοκυριό με τους εξωφρενικούς λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης που απειλούν να του ανατινάξουν τον προϋπολογισμό. Δηλαδή, γιατί εγκαταλείφθηκε η αξιοποίηση του εγχωρίου λιγνίτη, που με την σημερινή τεχνολογία, δύναται να καίγεται πολύ πιο καθαρά και αποφασίστηκε να εξαρτηθεί η χώρα από τις αδηφάγες ορέξεις της διεθνούς κερδοσκοπίας και την αμφιλεγόμενη και μη τελειοποιημένη «πράσινη» ενέργεια;

Στο καυτό αυτό ερώτημα, πρέπει να προστεθεί η πολυετής απορία περί του λόγου που η Ελλάς δεν έχει ακόμη καθορίσει την ΑΟΖ της στις ανατολικές και νότιες θαλάσσιες περιοχές της, αφού η Τουρκία την απειλεί πλέον ευθέως με κατάληψη κατοικημένων νησιών (παίρνοντας αναμφίβολα θάρρος και από τις πράξεις της Ρωσίας) και ασκεί κανονική πειρατεία στα εγχώρια ύδατα Ελλάδος και Κύπρου, με παράνομες γεωτρήσεις και ψευτομνημόνια που αποσκοπούν στην δημιουργία τετελεσμένων; Στην Ελλάδα, όπου ο καθένας έχει κάποια αρνητική εμπειρία με επίδοξους καταπατητές της οικογενειακής περιουσίας του, οι οποίοι στηρίζονται στο επιχείρημα της χρησικτησίας, η απροθυμία των εκάστοτε ελλαδικών κυβερνήσεων να οχυρώσουν την χώρα, έστω νομικά, βάσει του δικαίου της θάλασσας, είναι ακατανόητο.

Τα ίδια και ίσως μεγαλύτερα ερωτήματα εγείρονται γύρω από την λαθρομετανάστευση, που σε συνδυασμό με την πρωτοφανή υπογεννητικότητα που μαστίζει την χώρα, συνιστούν σοβαρή μεσοπρόθεσμη απειλή. Παρά τις καθημερινές ειδήσεις σχετικά με θέματα γύρω από την μετανάστευση, όπως η παραβατικότητα, η οργανωμένη διακίνηση από Τούρκους δουλέμπορους, οι πορείες και διαδηλώσεις, οι προβοκάτσιες ξένων και εγχωρίων κατ’ επάγγελμα δικαιωματιστών, η ουσία του προβλήματος δεν συζητείται.

Η εισροή προσφύγων από όμορες χώρες είναι κατανοητή, αλλά όταν η πλειονότητα των μεταναστών προέρχονται από χώρες που δεν βρίσκονται καν σε εμπόλεμη κατάσταση, ενώ κείνται σε εντελώς διαφορετική περιοχή της γης, με πολιτιστικές καταβολές εκ διαμέτρου αντίθετες με τις ελληνικές, μιλάμε πλέον για απροκάλυπτη εκστρατεία εποικισμού. Ειδικά, όταν οι συνθήκες στην Ελλάδα έφτασαν και εν πολλοίς ακόμη βρίσκονται σε τόσο τραγικό σημείο που καθιστούν την παραμονή την νέας γενιάς υπό την προϋπόθεση εξεύρεσης μιας «κανονικής» θέσης πλήρους απασχόλησης και επαγγελματικής αποκατάστασης εξαιρετικά δύσκολη ή την δημιουργία και ιδίαις δαπάναις συντήρηση μιας οικογένειας σωστό άθλο.

Πώς γίνεται να υπάρχουν κονδύλια που μοιράζονται αφειδώλευτα σε λαθρομετανάστες που τοποθετούνται εχθρικά στην κοινωνία που τους δέχεται (π.χ. διάπραξη βίαιων εγκλημάτων, ιεροσυλία) και να μην υιοθετούνται βασικές πολιτικές για την ανάσχεση της υπογεννητικότητας των Ελλήνων και της εκροής των πλέον μάχιμων και παραγωγικών ηλικιών στο εξωτερικό;

Κάποια στιγμή, θα πρέπει να πειστούν να δώσουν εξηγήσεις εκείνοι οι κυβερνώντες που ευθύνονται για την ανεξέλεγκτη δράση των σκοτεινών ΜΚΟ και την μετατροπή τους σε «κράτος εν κράτει». Πρέπει, για παράδειγμα, να κληθεί η Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την μάχιμη δημοσιογραφία να απαντήσει με ποιο κριτήριο και δικαίωμα επιχείρησε να παρασημοφορήσει έναν προδήλως κατ’ επάγγελμα συκοφάντη της Ελλάδος, που έχει μετατρέψει τα κοινωνικά δίκτυά του σε πεδίο βολής φτηνό, που ασκούνται βρίζοντας τα κάθε λογής φερέφωνα της τουρκικής προπαγάνδας και σωστό όχημα προώθησης του έργου διακινητών και δουλεμπόρων.

Το δυναμικό της «άλλης Ελλάδος»

Εξαιρέσεις στον κανόνα υπάρχουν πάντοτε και διασώζουν την τιμή του κλάδου τους. Προφανώς, πρόκειται για τις περιπτώσεις εκείνες ανθρώπων που προσεγγίζουν ακόμη την εργασία τους ως λειτούργημα και όχι επάγγελμα. Το έργο τους βασίζεται στην προσφορά, όχι το ύψος των αποδοχών που θα διαπραγματευτούν για τις υπηρεσίες τους. Νοιώθουν ευθύνη απέναντι στην κοινωνία και το έθνος και βλέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως χρέος, όχι ως τροχοπέδη στην εξασφάλιση αλλότριων, συχνά συγκρουόμενων, στόχων.

Αυτοί οι άνθρωποι, ο καθένας από το μετερίζι του, εκπροσωπούν «την άλλη Ελλάδα». Την Ελλάδα της σιωπηρής πλειοψηφίας που βλέπει παρέες επιτηδείων να λυμαίνονται την χώρα προς ίδιον όφελος. Ανήκουν σε έναν Ελληνισμό όπου λέξεις όπως φιλότιμο, πατρίδα, αυτοθυσία έχουν ακόμη νόημα και βιώνονται εμπειρικά. Με την Ελλάδα να απειλείται ανοικτά σε πολλά μέτωπα, οι εκπρόσωποι αυτοί θα πρέπει να αναλάβουν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους, αν είναι το κράτος να εξέλθει της κρίσεως προστατεύοντας την εδαφική τους ακεραιότητα και με τις προϋποθέσεις να καταστεί ανταγωνιστικό και βιώσιμο απέναντι στις νέες προκλήσεις που αναδύονται.

Αν πρόκειται να διασωθεί ο τόπος, το ερώτημα δεν είναι πια αν πρέπει να ασχοληθούν οι άνθρωποι αυτοί με τα κοινά, αλλά πότε. Εάν η κρίσιμη σιωπηρή μάζα ξεφύγει επιτέλους από τα ψευτοδιλήμματα και τους θεατρινισμούς των πολιτικάντηδων, ίσως γίνει η μετάβαση ομαλά. Διαφορετικά, ίσως επέλθει με αφορμή την άτακτη φυγή τους, πράγμα που σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα η χώρα θα έχει οδηγηθεί σε περιπέτειες και το έργο αυτών που θα κληθούν να διαχειριστούν την κατάσταση θα καταστεί ακόμη δυσκολότερο.

Written by

Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.