«…και πάλι την ξανάσειε, κακή του και ψυχρή του»

Η σχετική ψυχρότητα μεταξύ Ελλάδος και Ρωσίας η οποία επικρατεί τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον γεωπολιτικό εναγκαλισμό Μόσχας και Άγκυρας, ήλθε να διαψεύσει, τουλάχιστον προσωρινά, τις προβλέψεις από την περιβόητη θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» του Αμερικανού καθηγητή Σαμουήλ Χάντινγκτον. Σύμφωνα με την ανάλυση του Χάντινγκτον, η Ελλάς δεν ανήκει στο μπλοκ της Δύσης λόγω του ασύμβατου της Ορθόδοξης Χριστιανικής κοσμοθεωρίας με την Προτεσταντική και Ρωμαιοκαθολική, καθιστώντας την χώρα μας φύσει σύμμαχο της Ρωσίας. Η δημοσίευση του πολύκροτου άρθρου του Χάντινγκτον μέσα στην δεκαετία του ‘90, το οποίο εξελίχθηκε σε γενικότερη μελέτη η οποία δεν άφησε ανεπηρέαστους τους διαμορφωτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα, η οποία διεκήρυττε προς πάσα κατεύθυνση ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν», ειδικά μετά τον Β΄ ΠΠ.

Βέβαια, ο αφιλάδελφος τρόπος με τον οποίο η Δύση φέρθηκε στην Ελλάδα σε αρκετές περιπτώσεις μέσα στα 200 σχεδόν έτη ζωής του σύγχρονου ελλαδικού κράτους, δικαιολογεί εν μέρει τις απόψεις Χάντινγκτον. Στο διάστημα αυτό, ο ελληνικός πληθυσμός έχει υποστεί γενοκτονία και βίαιο ξεριζωμό από τις προγονικές του εστίες, απώλεια εθνικού εδάφους, διαρκή αμφισβήτηση των συνόρων της πατρίδος του, στρατιωτική και οικονομική κατοχή, επιβεβλημένη φτωχοποίηση, κ.α., είτε με την άμεση ή έμμεση ευθύνη της Δύσης ή τουλάχιστον με τις ευλογίες και την ανοχή της.

grecobooks-6

Όμως, ούτε η σχέση της Ελλάδος με την Ρωσία χαρακτηρίστηκε από περισσότερη αλληλεγγύη κατά το διάστημα αυτό. Ο ρωσικής εμπνεύσεως πανσλαβισμός προκάλεσε πολλά δεινά στον ελληνικό λαό στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ έθεσε τις βάσεις για την επιχειρούμενη υφαρπαγή της Μακεδονίας και του σφετερισμού του ιστορικού μακεδονικού ονόματος και της κληρονομιάς από το ελληνικό έθνος. Άλλωστε, η Ρωσία υπήρξε μία από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισε το νεοσύστατο κρατίδιο των Σκοπίων με την κίβδηλη ονομασία του μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Οδηγούνται προς ρήξη οι σχέσεις Μόσχας-Άγκυρας;

Η σφυρηλάτηση της στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας στον απόηχο της αποτυχημένης προσπάθειας ανατροπής του Τούρκου προέδρου κ. Ταγίπ Ερντογάν οδήγησε τις ελληνορωσικές σχέσεις σε χαμηλό δεκαετιών, το οποίο είχε να παρατηρηθεί από την εποχή που μεσουρανούσε ο Ψυχρός Πόλεμος. Τα σύννεφα που συσσωρεύονται εκ νέου στην Συρία θα δείξουν εάν η σχέση Πούτιν-Ερντογάν θα αντέξει στις τρικυμίες ή θα αποδειχθεί λυκοφιλία.

Πάντως, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ως επικρατέστερο το δεύτερο σενάριο, το οποίο, κατά συνέπεια, θα επηρεάσει και την Ελλάδα. Η πολυπόθητη για τις ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ επιστροφή της Τουρκίας στο δυτικό μαντρί καθιστά τα εθνικά θέματα της Ελλάδος ακόμη πιο ευάλωτα, διότι υπάρχει πάντα ο φόβος μήπως η Δύση τα θυσιάσει ως άλλον «σιτευτό μόσχο» για να κλειδώσει την επιστροφή του εξ Ανατολών «ασώτου υιού».

Μόνο που η Τουρκία δεν φημίζεται για την σταθερότητα και την αξιοπιστία της ως κράτος. Παρά ταύτα, καταφέρνει μέχρι σήμερα να διαπραγματεύεται αριστοτεχνικά και να αποσπά από τους συμμάχους της πολλά περισσότερα απ’ όσα προσφέρει, παίζοντας επιτυχώς σε διπλό ταμπλό. Κανείς όμως δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το πόσο ακόμη μπορεί να εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις και να εκβιάζει τους μεγάλους παίκτες της παγκόσμιας σκακιέρας, αφού, κάποια στιγμή «το έξυπνο πουλί απ’ την μύτη πιάνεται».

Η ελληνική διπλωματία καλείται να λύσει «δύσκολες εξισώσεις»

Μέχρι τότε, όμως, η ελληνική διπλωματία θα πρέπει να βρίσκει συνεχώς τρόπους να λύσει τις δύσκολες εξισώσεις που τις θέτει ο τυχοδιωκτισμός και η διογκούμενη επιθετικότητα της γειτονικής χώρας. Τα τελευταία χρόνια, οι επιδόσεις της ελληνικής διπλωματίας βρίσκονται κάτω από την βάση, αφού με εξαίρεση την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (με δική της ΑΟΖ και άνευ του αυτοκτονικού Σχεδίου Ανάν) και την εθνικά υπεύθυνη στάση στο Βουκουρέστι το 2008 (το οποίο ανέτρεψαν εφιαλτικώς η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τους ελευθέρας βοσκής «εφιάλτες» που την στήριξαν), μετρά μόνο ήττες. Οι ερχόμενοι μήνες θα δείξουν εάν η σημερινή κυβέρνηση θα βρει το πολιτικό θάρρος (έστω και υποχρεωμένη εκ των εξελίξεων) να ανακηρύξει το ΑΟΖ της και να το καθορίσει με την Κύπρο (ενδεχομένως και με τρίτες χώρες), προφυλάσσοντας το Αιγαίο, τουλάχιστον βάσει του Δικαίου της Θάλασσας.

Η υπεράσπιση των εθνικών θεμάτων, σε μια ομολογουμένως δύσκολη γειτονιά, δεν πρόκειται για εύκολη αποστολή. Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται τόσο από την δεξιοτεχνία, σύνεση και θέληση της δικής μας πλευράς, όσο και από σειρά παραγόντων που δεν καθορίζουμε εμείς. Άλλωστε, η ιστορία καθορίζεται εν πολλοίς από αστάθμητους παράγοντες. Κι αν η Ελλάς δεν μπορεί να επηρεάσει όλους τους παράγοντες αυτούς, μπορεί τουλάχιστον να θωρακίζεται έναντι αυτών και να σχεδιάζει επιτελικά για το πώς να αξιοποιήσει τυχόν ευκαιρίες που εμφανίζονται. Μπορεί, επίσης, να αποφεύγει λάθη και συνέπειες που προέρχονται από την δική της αβελτηρία.

Τα «τσαλιμάκια» του Ιεροσολύμων Θεόφιλου ως μελέτη περίπτωσης

Κλείνουμε το άρθρο με το εξής επίκαιρο παράδειγμα. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αποφάσισε να καλέσει σε συνάθροιση τους προκαθημένους των πρεσβυγενών πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Αμμάν της Ιορδανίας, μεταξύ 25-27 Φεβρουαρίου, για να συζητήσουν ακανθώδη θέματα που απασχολούν την Ορθοδοξία, με κυριότερο το ζήτημα που έχει προκύψει γύρω από την χορήγηση αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη και όσες Εκκλησίες αναγνωρίσουν την απόφαση αυτή (μέχρι σήμερα το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και την Εκκλησία της Ελλάδος).

Παρά τις προφάσεις του Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου, η κίνησή του συνιστά αντιποίηση αρχής, αφού η πρωτοβουλία της σύγκλησης των προκαθημένων των κατά τόπους εκκλησιών ανήκει στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ειδικά όταν πρόκειται για την εξέταση διοικητικών θεμάτων ή πανορθοδόξων ζητημάτων. Παρά τις παρακλήσεις της Κωνσταντινούπολης για ματαίωση της πρωτοβουλίας και της μη ανταπόκρισης των μισών τουλάχιστον Εκκλησιών στο κάλεσμα της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων επιμένει στην πρωτοβουλία του, τροφοδοτώντας σενάρια για την χειραγώγησή του από τον Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο, ο οποίος δεν κρύβει τις βλέψεις του εις βάρος των ιστορικών προνομιών του Οικουμενικού Θρόνου και τις ηγετικές φιλοδοξίες του.

Πέραν από την εκκλησιαστική του διάσταση, το ζήτημα έχει και γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Με την αυθαίρετη πρωτοβουλία του, ο κ. Θεόφιλος φέρνει το ελληνόφωνο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αντιμέτωπο με τις αδελφές αυτοκέφαλες ελληνόφωνες εκκλησίες και υποστηρίζει τις σλαβόφωνες, υπό την αιγίδα της Μόσχας, εις βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεδομένου ότι το Φανάρι υπήρξε ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις τύχες του μείζονος Ελληνισμού, η πράξη αυτή βάλλει ευθέως κατά της Ελλάδος, η οποία παρέχει ηθική και οικονομική στήριξη στο παλαίφατο πατριαρχείο και τα πανάγια προσκυνήματα.

Λαγός την φτέρει έσειε, κακό της κεφαλής του…

Το γεγονός ότι ο κ. Θεόφιλος δείχνει έτοιμος να θυσιάσει γεωπολιτικά συμφέροντα του Ελληνισμού για χάρη των ρωσικών ρουβλίων οφείλει να προβληματίσει τόσο τις οικείες εκκλησιαστικές αρχές, όσο και τις διπλωματικές. Όμως, πρέπει να τονιστεί ότι ο κ. Θεόφιλος δεν θα είχε ποτέ την δυνατότητα να δημιουργήσει αυτά τα διπλωματικά επεισόδια εάν δεν του διδόταν από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική κυβέρνηση το 2005, όταν, με παρεμβάσεις τους, κήρυξαν έκπτωτο τον τότε Πατριάρχη κ. Ειρηναίο και δρομολόγησαν την εκλογή του από Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος μετρούσε ελάχιστους μόνο μήνες αριχερωσύνης. Η ελληνική διπλωματία επιδόθηκε σε μια πολυετή εκστρατεία για να εξασφαλίσει την αναγνώριση του κ. Θεοφίλου από τα κράτη όπου δραστηριοποιείται το Πατριαρχείο, ενώ στήριξε την πατριαρχία του και οικονομικά.

Στην περίπτωση του νυν Πατριάρχου Ιεροσολύμων, μπορεί πολλοί να μονολογούν ότι «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος», όμως, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να μας απασχολεί και η ορθή κρίση των ευεργετησάντων. Ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει ήδη αρκετά προβλήματα από την προκλητικότητα και πονηρία των δυνάμεων που τον επιβουλεύονται. Δεν χρειάζεται να προστίθενται στα προβλήματα αυτά και άλλα, που δημιουργήθηκαν και διογκώθηκαν με δική μας ευθύνη. Ας είναι πιο προσεκτικοί στις επιλογές τους όλοι όσοι καλούνται να χειριστούν τις τύχες του έθνους από τις θέσεις που τους εμπιστεύονται. Άλλωστε, υπάρχει και η παροιμία «λαγός την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του», η οποία ταιριάζει σε όσους καταστρέφονται από τα δικά τους λάθη.

Originally posted 2020-02-24 21:12:36.

About Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

editor
Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: