Μοσχοβίτικος ανορθόδοξος πόλεμος και ελληνώνυμα τσιράκια

Το νέο έτος μπαίνει με δοκιμασίες για την Ορθοδοξία εξαιτίας της επιθετικής πολιτικής που αποφάσισε να ακολουθήσει το Πατριαρχείο Μόσχας, κυριολεκτικά εισβάλλοντας στην δικαιοδοσία του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και κάνοντας δεκτούς 102 κληρικούς που φέρονται να ζήτησαν να ενταχθούν στις τάξεις του. Μάλιστα, παράλληλα με την αντικανονική πράξη ένταξης των ιερέων αυτών, άνευ της κυριαρχικής άδειας του οικείου επισκόπου τους, η Μόσχα προέβη στην δημιουργία εξαρχίας, δηλαδή εκκλησιαστικής περιφέρειας που αντιπροσωπεύει κάποια ανώτερη εκκλησιαστική αρχή, εν προκειμένω την ρωσική Εκκλησία.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι η πράξη αυτή, που στην εκκλησιαστική ορολογία αποκαλείται «εισπήδησις», θεωρείται ιδιαιτέρως εχθρική προς την εκάστοτε τοπική Εκκλησία ενέργεια και επισύρει αυστηρά επιτίμια. Παμπάλαιοι κανόνες, θεσπισμένοι από Οικουμενικές Συνόδους, προβλέπουν ακόμη και την καθαίρεση του «εισβολέα» επισκόπου ή την επιβολή της ακοινωνησίας (διακοπής σχέσεων) στην εκκλησιαστική αρχή που αποτολμά κάτι τέτοιο.

Και ενώ το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αναμένεται να απαντήσει στην προκλητική αυτή ενέργεια συνοδικά εντός των ημερών, η Μόσχα, δια στόματος του προέδρου του τμήματος εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίωνος, δήλωσε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να προβεί σε παρόμοια εισπήδησι στην Τουρκία, η οποία αποτελεί κανονικό έδαφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου!

Δήθεν Ρωσικά αντίποινα για το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο

Όπως ξεκαθάρισε η Μόσχα, η αιτία των επιθετικών και αντικανονικών ενεργειών αυτών βρίσκεται στην εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου χορήγηση αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας, την οποία οι Ρώσοι θεωρούν καταχρηστικά ως κανονικό τους έδαφος. Η αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Ουκρανίας από τους προκαθημένους των Εκκλησιών της Αλεξανδρείας, Κύπρου και Ελλάδος έχει δυσαρεστήσει την Μόσχα και ενδεχομένως προϊδεάζει τον Ελληνισμό για τις άγριες διαθέσεις του ρωσικού εθνικισμού, ο οποίος εκδηλώνεται και δια της εκκλησιαστικής διπλωματίας.

Όποια και να είναι η αφορμή του ρωσικού μένους κατά του Φαναρίου, η καταφυγή σε αντικανονικές πράξεις, όπως η εισβολή σε αλλότριες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, μαρτυρεί ότι οι προθέσεις της Μόσχας δεν είναι καλές. Εφ’ όσον θεωρεί την ανάμειξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία ως αντίθετη με τους κανόνες της Εκκλησίας ή έστω ως βλαπτική για τα συμφέροντά της, η ηγεσία της ρωσικής Εκκλησίας είχε κάθε ευκαιρία να επωφεληθεί των από αιώνων καθιερωμένων συνοδικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών και να ζητήσει την διευθέτηση του θέματος σε ειδική σύναξη των προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών. Αλλά η απροθυμία της Ρωσίας προδίδει τις πραγματικές προθέσεις της, διότι το όλο ζήτημα του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου θα μπορούσε να είχε λυθεί οριστικά από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το 2016.

Εκεί, με την βοήθεια των λοιπών σλαβόφωνων Εκκλησιών, θα διέθετε τις απαραίτητες ψήφους να εμποδίσει την όποια απόφαση θεωρούσε αντίθετη με τα συμφέροντά της και να επιβάλλει μια λύση στα μέτρα της. Προδήλως, η προκλητική στάση της Μόσχας δεν αποτελεί ισοδύναμη απάντηση στην έκδοση του τόμου της αυτοκεφαλίας από την Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

Η οικουμενικότητα του Φαναρίου ως γεωπολιτική απειλή για την Μόσχα

Το βασικό πρόβλημα της Μόσχας μοιάζει να είναι η οικουμενικότητα της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Αυτήν αμφισβητεί με κάθε ευκαιρία, γεγονός που εξηγεί γιατί επιχείρησε να τορπιλίσει και την Σύνοδο του Κολυμπαρίου το 2016. Να σημειωθεί εδώ, ότι η εν λόγω Σύνοδος ήταν προγραμματισμένη να πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μεταφέρθηκε, κατ’ απαίτηση της Μόσχας, η οποία είχε τότε τεταμένες σχέσεις με την Τουρκία, σε «φιλικό» έδαφος. Όμως, παρ’ όλα αυτά, η Μόσχα βρήκε πάλι αφορμή για να μην παραστεί και αποδεχθεί έτσι την τιμητική πρωτοκαθεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Μήπως, τελικά, η απροθυμία του Πατριαρχείου Μόσχας δεν είχε να κάνει ούτε με τις τότε κακές διμερείς σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας, ούτε με τις άλλες προφάσεις που ανέφερε, αλλά με την έμπρακτη αμφισβήτηση της άπαξ και διαπαντός συνοδικώς διευθετηθείσας και αρχαίας κατατάξεως της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ως πρώτης μεταξύ ίσων στο σύστημα διακυβερνήσεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών; Ασφαλώς, η σκέψη της συμμετοχής σε πανορθόδοξη σύνοδο στην οποία θα προήδρευε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, εντός του κανονικού του εδάφους, θα πρέπει να ήταν αβάστακτη για τον αλαζόνα Πατριάρχη Μόσχας κ. Κύριλλο.

Ήδη, από τον 19ο αιώνα, όπου απαντάται το κίνημα του πανσλαβισμού και η άνοδος του εθνικισμού, η Ρωσία δεν χάνει ευκαιρία να επιβουλεύεται τα προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου και να αμφισβητεί το στάτους κβο. Στο παρελθόν, έχει αποδώσει η ίδια αυτοκεφαλία σε επαρχίες ή δικαιοδοσίες της (π.χ., Τσεχία και Σλοβακίας, Ρωσική «Metropolia» εν Αμερική) σφετερίζοντας ξένα δικαιώματα και προβαίνοντας σε αντιποίηση αρχής, ενώ έχει ιδρύσει εξαρχίες έξω από την κανονική δικαιοδοσία της, διαπράττοντας την σοβαρή αντικανονική πράξη της εισπηδήσεως.

Εσχάτως, έχει επεκτείνει τις «εχθροπραξίες» και στον χώρο των ΜΜΕ, στήνοντας ολόκληρο δίκτυο παραπληροφόρησης η επιχειρώντας να επηρεάσει ελλαδικά και ομογενειακά μέσα με τα ρούβλια της. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις της σημερινής εκκλησιαστικής ηγεσίας του Πατριαρχείου Μόσχας δεν μοιάζουν να στηρίζονται σε πνευματικά κριτήρια, ούτε να ακολουθούν την καθιερωμένη από αιώνων εκκλησιαστική παράδοση. Αντιθέτως, βασίζονται σε εντελώς κοσμικά κριτήρια, με την Μόσχα να δικαιολογεί τις αξιώσεις της επικαλούμενη την οικονομική και πληθυσμιακή υπεροχή της… ωσάν ο Χριστός να παρουσιάστηκε στην γη ως πλούσιος ή στρατηλάτης. Είναι προφανές ότι η λογική της Μόσχας και του σημερινού πατριάρχου της κινούνται στους αντίποδες του Ευαγγελίου.

Οι Μοσχοβίτες στην δίνη του εθνικισμού, τα ελληνώνυμα τσιράκια τους στην δίνη της αβελτηρίας

Η κατάταξη της τιμητικής σειράς των Εκκλησιών είναι κάτι που έχει καθιερωθεί από Οικουμενικές Συνόδους και έχει αντέξει στο πέρασμα τόσων αιώνων για ιστορικούς λόγους, αλλά και χάρη στην σημασία και τα όσα συμβολίζουν τα πρεσβυγενή πατριαρχεία μέσα στο διορθόδοξο και διεθνές γίγνεσθαι.

Και αν η πρακτική της Μόσχας μπορεί να αποδοθεί στην πλάνη του εθνικισμού και μιας εθνοκεντρικής φιλοπρωτείας, ποια ακριβώς δικαιολογία έχουν οι ελληνώνυμοι που στρέφονται κατά του θεσμού της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας; Οι φωνές υπέρ της αποκοπής ιστορικών επαρχιών του Θρόνου από την Μητέρα Εκκλησία ή της δηλητηρίασης των σχέσεων μεταξύ Αυτοκεφάλων Εκκλησιών που διαθέτουν ελληνορθόδοξο ποίμνιο και του Φαναρίου εξυπηρετούν, ακούσια ή εκούσια, την μοσχοβίτικη ατζέντα, που σε κάθε άλλο αποβλέπει παρά την ενότητα της πίστεως.

Όσοι διαφωνούν με το Φανάρι επάνω σε θεολογικά ή διοικητικά ζητήματα οφείλουν να παραμείνουν εντός των τειχών και να καταθέσουν τα επιχειρήματά τους εν μέσω Εκκλησίας, όχι εκτός αυτής. Ας έχουν όμως υπόψιν ότι η γεωπολιτική σημασία του Φαναρίου έγκειται στην εξωστρέφειά του και ότι για να επιβιώσει μέσα στις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στη σημερινή Τουρκία, η πολιτιστική διπλωματία του είναι απαραίτητη. Άλλωστε, το ίδιο ίσχυε και στη εποχή του Βυζαντίου.

Το μαρτυρικό Φανάρι βιώνει καθημερινώς στη πράξη τα λόγια του Κυρίου προς τον Απόστολο Παύλο, ότι «ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται περικυκλωμένο από εχθρικά προς αυτό στοιχεία, που απεργάζονται την εξαφάνιση και ταπείνωση του με παντοίους τρόπους, καταφέρνει και επιβιώνει, διατηρώντας μάλιστα και αναδίδοντας το μεγαλείο και την αρχοντιά του Γένους. Σε αντίθεση με τις υπερεξουσίες του Βατικανού, που αποτελεί κράτος εν κράτει ή της Μόσχας, που στηρίζεται από το Κρεμλίνο μα δεν λέει να εννοήσει το Κυριακό πρόσταγμα ότι «ὁ οὖν πρόκριτος ἐν ὑμῖν εἶναι θέλων, τῶν ἄλλων ἔστω πάντων εσχατώτερος», το εκκλησιαστικό βίωμα του Φαναρίου αποδεικνύεται ως το πλέον συνεπές με τον λόγο του Ευαγγελίου. Παρά τις όποιες διαφωνίες που μπορεί να έχει ο εκάστοτε ελληνικός φορέας με τις κατά καιρούς αποφάσεις του Φαναρίου, οφείλει να σεβαστεί το γεγονός αυτό και να το προτάσσει στην διαμόρφωση των σχέσεών του με την Μητέρα Εκκλησία εν Κωνσταντινουπόλει.

Το μαρτυρικό Φανάρι χρειάζεται Καραβαγγέληδες και Καλαφάτηδες, όχι Εφιάλτες

Όσοι πραγματοποιήσαμε κάποια αναδρομή στην νεώτερη ελληνική ιστορία επ’ ευκαιρία της περυσινής 200ης επετείου από της ενάρξεως της Επανάστασης του 1821, είχαμε την ευκαιρία να αναλογιστούμε εκ νέου τον ρωσικό καιροσκοπισμό και τις παλινωδίες που άφηναν τον Ελληνισμό διαχρονικά έκθετο. Φέτος, τιμώντας την 100ετηρίδα από την Μικρασιατική Καταστροφή, θα έχουμε πολλές αφορμές να σταθούμε τόσα στα δεινά που πέρασε ο μικρασιατικός Ελληνισμός και βίωσε το Φανάρι από πρώτο χέρι, όσο και στην κληρονομιά και σπουδαιότητα του Ελληνισμού της Ανατολής, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδος. Τούτων δοθέντων, είναι ασυγχώρητο για Έλληνες, είτε πρόκειται για ιεράρχες και λαϊκούς, είτε πρόκειται για δημοσιογράφους και πολιτικούς, να προδίδουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τριάκοντα αργύρια και να το παραδίδουν στους επίδοξους σταυρωτές του.

Οι ελληνώνυμοι πολέμιοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποδεικνύονται οσημέραι τσιράκια της Μόσχας και πρέπει πλέον το κοινό των Ελλήνων να αρχίζει να αναρωτιέται τι ανταλλάγματα απολαμβάνουν για τις «υπηρεσίες» που προσφέρουν. Φυσικά, δεν αποκλείεται ένιοι εξ αυτών να είναι τόσο συμπλεγματικοί ώστε να στρέφονται εναντίον του Φαναρίου καθαρά από φθόνο.

Οι καιροί είναι δύσκολοι, απαιτούν σύμπνοια και αρραγές μέτωπο, και ο Ελληνισμός, όπου γης, θα έχει πάντοτε την ανάγκη να μεταλαμπαδεύει στις ερχόμενες γενιές το φως της πίστεως που προέρχεται από τον άσβεστο λύχνο που βρίσκεται στο Σεπτό Κέντρο της Ορθοδοξίας στην Κωνσταντινούπολη.

Από Εφιάλτες χορτάσαμε, μας λείπουν Πατροκοσμάδες, Καραβαγγέληδες και Καλαφάτηδες.

About Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

editor
Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error:
Αρέσει σε %d bloggers: