Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι ένα απόγευμα, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει. Είχαμε βγει περίπολο. Σε κάποια στιγμή είδα κάτι να σαλεύει σε κάτι θάμνους. Αλτ! φωνάζω, και ξεπετάγονται δυο Ιταλοί φωνάζοντας ΦΡΑΤΕΛΟ – ΦΡΑΤΕΛΟ.

grecobooks-6

Ρίχτους, ακούω τη φωνή του λοχαγού πίσω μου. Έντρομοι οι Ιταλοί μου φωνάζουν ΦΡΑΤΕΛΟ – ΦΡΑΤΕΛΟ. Τι να κάνω τώρα; Βλέπεις υποχωρούσαμε τότε, γιατί είχαν μπει οι Γερμανοί. Τους σημαδεύω, αλλά βλέπω ότι είχα να κάνω με δυο αμούστακα παιδιά, σχεδόν στην ηλικία μου. Αϊ στο διάολο λέω, και τους πάω πίσω ζωντανούς.

Τους βλέπει ο λοχαγός, θεριό σωστό, λύκος σκέτος. «Τι είν’ αυτούνοι;» μου λέει άγρια! «Ιταλοί», του λέω εγώ. «Και γιατί τους έφερες εδώ, δεν σου είπα ρίχτους;» Τσατίζομαι εγώ, παιδί τότε και το αίμα μου έβραζε. Του δίνω το όπλο και του λέω: «Ρίχτους εσύ που είσαι και ζόρικος!» Ο λοχαγός με κοίταξε λιγάκι και μετά μου λέει: «Πώς σε λένε ρε;» «Κώστα Χατζηχρήστο» του λέω.

Αυτός χαμογέλασε και μου λέει μαλακά, πάρτους, δέστους σε κανένα δένδρο, άστους και ψωμί και θα τους βρούνε οι δικοί τους. Εμείς σε μια ώρα φεύγουμε και οι Ιταλοί θάναι εδώ σε δυο, τρεις ώρες. Κι έτσι γλίτωσαν οι δυο κοκορόφτεροι Ιταλοί.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Πέτρου Γεωργιόπουλου «Ο ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ ΤΑ ΛΕΕΙ …ΟΛΑ», Εκδόσεις ΣΜΠΙΛΙΑΣ

Originally posted 2019-10-27 18:00:19.