Η θέα του πολέμου δεν μπορεί παρά να προκαλεί θλίψη και τρόμο. Ιδιαίτερα για τον Ελληνισμό, το όσα διαδραματίζονται προκαλούν πόνο και βαθύ προβληματισμό, ενώ ξύνουν πληγές του παρελθόντος που παραμένουν αγιάτρευτες.

Οι σκηνές του πολέμου είναι πάντοτε δυσάρεστες… πόσω δε μάλλον όταν πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ ομοδόξων, που μοιράζονται κοινές πολιτισμικές, ιστορικές και γλωσσικές καταβολές. Ειδικά όταν ο πόλεμος εξελίσσεται σε περιοχές όπου υπήρχε έκδηλη ελληνική παρουσία από αρχαιοτάτων χρόνων, παραδοσιακά στενές σχέσεις και με τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές και όπου ο αριθμός Ελλήνων ομογενών είναι ακόμη αξιόλογος.

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Ανάμεσα σε αυτήν την δύσκολη κατάσταση, η Ελλάς καλείται να επεξεργαστεί τα δεδομένα, να διδαχθεί από την ιστορία και να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα που θα την επιτρέψουν να περάσει μέσα από τους σκοπέλους που ξεπροβάλλουν απειλητικά με όσο γίνεται περισσότερη ασφάλεια.

Αν και δεν γίνεται να παραθεωρηθεί ο ρόλος της Δύσης στην αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας και της παρείσφρησης εντός μιας γεωγραφικής περιοχής η οποία συγκαταλεγόταν παραδοσιακά στην ρωσική σφαίρα επιρροής, για αυτονόητους λόγους, η ελληνική κυβέρνηση ώφειλε να καταδικάσει την ρωσική εισβολή στο έδαφος ενός ανεξαρτήτου κράτους και την καταφυγή στην βία για την διευθέτηση διμερών διαφορών. Προφανώς, η παράβαση του διεθνούς δικαίου πρέπει να επισύρει αυστηρές ποινές και κυρώσεις που θα δρουν αποτρεπτικά.

Συνεπώς, η σύνταξη της Ελλάδος με τους συμμάχους της ως προς την καταδίκη των ρωσικών ενεργειών κρίνεται λογική και συνεπής με την προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων. Εκεί, όμως, που παρατηρείται μια απαράδεκτη απόκλιση από την λογική χρήση των εθνικών κεφαλαίων διπλωματίας είναι η αφωνία της κυβέρνησης μπροστά στην επί σχεδόν 50ετίας παράνομη κατοχή του βορείου ημίσεος της Κύπρου από την Τουρκία και την σημερινή προκλητική συμπεριφορά της στην κυπριακή και ελληνική ΑΟΖ, καθώς και τις διεκδικήσεις που εγείρει σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου.

Κυπριακό…50 χρόνια δυτική υποκρισίας

Η απροθυμία να αναφερθεί η Ελλάς στην δυτική υποκρισία και να διεκδικήσει κυρώσεως εις βάρος της Τουρκίας αποτελεί σοβαρό λάθος και δεν δικαιολογείται από ισχυρισμούς του τύπου ότι μια τέτοια αναφορά είναι δήθεν άκαιρη ή εκτός ατζέντας.

Ίσα-ίσα, το άτοπο είναι να μην αξιοποιείται η ευκαιρία να πιεστεί η Τουρκία να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο τώρα που ζητείται και υπάρχει πλήρης σύμπλευση ανάμεσα στις χώρες της Δύσης για την ανάσχεση της ρωσικής επιθετικότητας. Τέτοιες ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται συχνά και η σιωπή ίσως αναγνωστεί και ως παραίτηση της Ελλάδος από την αξίωση για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση για την Κύπρο και τις κόκκινες γραμμές που θέτει γύρω από την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας των συνόρων της.

Ας μην ξεχνάμε ότι η κατάδειξη της γνωστικής ασυνέπειας αποτελεί βασικό εργαλείο για να δρομολογούνται αλλαγές τόσο στο σκεπτικό ενός ανθρώπου ή μιας ομάδος, όσο και στις πολιτικές ενός οργανισμού ή ακόμη και ενός κράτους. Ειδικά όταν πρόκειται για αναμέτρηση όπου οι αντίθετες πλευρές μιας αντιπαράθεσης χαρακτηρίζονται από άνιση κατανομή ισχύος, η δυνατότητα να δομείται ένα επιχείρημα επιδεικνύοντας την υποκρισία που πηγάζει από πράξεις γνωστικής ασυνέπειας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστή ισχύος για την αδύναμη πλευρά απέναντι στον κυνισμό του ισχυρού.

Γνωστική ασυνέπεια και ανατροπή δεδομένων

Σήμερα, όπου η παντοδυναμία των ΗΠΑ τίθεται υπό αμφισβήτηση και αναδύεται ένας πολυπολικός κόσμος, με την Ρωσία να διεκδικεί μερίδα της πάλαι ποτέ επιρροής και ηγεμονίας της και την Κίνα να βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με την Δύση ως ανερχόμενη υπερδύναμη, η ανάδειξη της γνωστικής ασυνέπειας της Δύσης ενδέχεται να ενισχύσει τις ελληνικές θέσεις ακόμη περισσότερο.  

Ας μην ξεχνάμε ότι η επιτυχία του σπουδαίου κινήματος υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και κατά της φυλετικής διάκρισης, το οποίο σημείωσε αξιόλογη επιτυχία στις ΗΠΑ μέσα στην δεκαετία του 1960, επετεύχθη εν μέρει λόγω της κλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου και της ανάγκης της Δύσης να συμμορφωθεί εμπράκτως με τις αξίες που πρόβαλλε στον ιδεολογικό αγώνα της εναντίον του κομμουνισμού. Μια αδυναμία συμμόρφωσης και προάσπισης των ιδεωδών του «ελεύθερου», κατ’ αυτήν, κόσμου θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε απώλειες στον αγώνα για την εξασφάλιση της εύνοιας της κοινής γνώμης, η οποία έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση των πολιτικών προτιμήσεων των πολιτών.

Τώρα που οι ΗΠΑ θα χρειαστούν την ενεργό στήριξη των συμμάχων τους στον διαφαινόμενο διμέτωπο αγώνα για την διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, η αρχή των δύο μέτρων και δύο σταθμών ίσως γίνει λιγότερο ανεκτή από τους συμμάχους τους απ’ ότι πριν, όταν η Αμερική αποτελούσε τον αδιαμφισβήτητο πλανητάρχη.

Οι ενέργειες Μητσοτάκη βάζουν την Ελλάδα σε αχρείαστες περιπέτειες

Έχοντας τα παραπάνω υπ’ όψη, ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού έμεινε ενεό με την ακατανόητη απόφαση του πρωθυπουργού για αποστολή οπλισμού στην ουκρανική κυβέρνηση, οξύνοντας τις σχέσεις Αθήνας-Μόσχας περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν. Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι η αποστολή όπλων και πολεμοφοδίων δεν αποτελεί καν υποχρέωση της χώρας μας, καθώς η Ουκρανία δεν ανήκει ούτε στο ΝΑΤΟ, ούτε στην ΕΕ… αν και οι ιδιότητες αυτές δεν σημαίνουν και πολλά, απ’ ότι γνωρίζουμε εμπειρικά.

Ας πάρει παράδειγμα η Αθήνα τον εαυτό της ή την Λευκωσία, οι οποίες κατέστησαν οικονομικές αποικίες των «εταίρων» τους κάποια στιγμή κατά την περασμένη δεκαετία, ενώ τώρα που δέχονται αφόρητες πιέσεις από την Τουρκία, οι σύμμαχοί τους δεν επιβάλουν καν συμβολικές κυρώσεις, πολλώ δε μάλλον εγγυήσεις για την εδαφική τους ακεραιότητα.

Στην περίπτωση της Ουκρανίας, το Κίεβο συνεργάζεται με την Τουρκία στην παραγωγή των φονικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών «Bayraktar», που ήδη εξαπολύθηκαν κατά της Αρμενίας στον πρόσφατο πόλεμο με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ αλωνίζουν ανενόχλητα πάνω από το Αιγαίο, εντός του εναερίου χώρου της Ελλάδος. Προς τι λοιπόν η αποστολή όπλων σε μια κυβέρνηση που παράγει όπλα που ίσως χρησιμοποιηθούν εναντίον μας κάποια στιγμή;

Προβληματίζουν οι θέσεις Ζελένσκι

Εν τω μεταξύ, υπάρχει και το αρνητικό προηγούμενο της νομοθεσίας που πέρασε η κυβέρνηση Ζελένσκι, η οποία αφαίρεσε την αναγνώριση της εκεί ελληνικής παροικίας – μιας από τις αρχαιότερες μη ουκρανικές εθνότητες με σταθερή διαχρονική παρουσία στον τόπο εκείνο – ως γηγενής μειονότητα. Παραδόξως πως, παρόμοια αλλόκοτη συμπεριφορά δείχνει η κυβέρνηση και προς την Αλβανία και τα Σκόπια, ενώ αμφότερες αρνούνται να σεβαστούν τα δικαιώματα των ελληνικών μειονοτήτων που (προ)υπάρχουν στα εδάφη τους, και μάλιστα, πολύ πριν την συγκρότηση των τελευταίων σε τεχνητά έθνη-κράτη. Παρά τις συνεχείς προκλήσεις εις βάρος του Ελληνισμού, η ελληνική κυβέρνηση προσέφερε ένθερμη υποστήριξη στις αιτήσεις τους προς ένταξη στο ΝΑΤΟ, ενώ στηρίζει και την ενταξιακή πορεία τους ως κράτη-μέλη της ΕΕ.

Όσο απίστευτο και να ακούγεται, η ελληνική κυβέρνηση φτάνει στο σημείο να λειτουργεί ως συνήγορος τους και να ασκεί πιέσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, πού είναι επιφυλακτικές σχετικά με την διεύρυνση της ΕΕ σε αυτή την φάση!

Δεδομένη και μη υπολογίσιμη η Αθήνα λόγω πολιτικής αβελτηρίας

Γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες του τραγέλαφου της Συμφωνίας των Πρεσπών. Για την τύχη της Βορείου Ηπείρου και τις αδικίες που υφίστανται οι συμπατριώτες μας εκεί αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις άδικές νομοθεσίες και την ληστρική πολιτική του σημερινού Αλβανού πρωθυπουργού. Δεν θέλει λοιπόν ιδιαίτερη ευφυία να προβλέψει κανείς τα επίχειρα που θα εισπράξει η Ελλάς από την απλόχερη στήριξη που προσφέρει στην Ουκρανία και την επιλογή της να οξύνει τις σχέσεις της με την Ρωσία…

Πιστεύει κανείς ότι αν δεχθεί η Ελλάς επίθεση από την Τουρκία θα μπορεί να υπολογίζει στην έμπρακτη στήριξη του Κιέβου; Υπάρχει, μήπως, περίπτωση να σταλούν Bayraktar της ουκρανικής αεροπορίας στην χώρα μας για την ενίσχυση της άμυνάς μας απέναντι στον εισβολέα;

Είναι πράγματι κακό και συνάμα πρόξενος νέων δεινών να μην μαθαίνει κανείς από την ιστορία του και να μην μπορεί να διαβάσει σωστά τα τεκταινόμενα. Ο πόλεμος μαίνεται, μα αντί να αναζητήσει καταφύγιο σε ασφαλές σημείο, η κυβέρνηση πυροβολεί τα πόδια της με τους ψευτοπαλληκαρισμούς της, που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα.

Written by

Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.