Η περίοδος των Χριστουγέννων ή αλλιώς, το Άγιον Δωδεκαήμερον, το οποίο περιλαμβάνει δύο δεσποτικές εορτές (την κατά σάρκα Γέννηση του Χριστού και τα Άγια Θεοφάνεια), μαζί με την εορτή του Μεγάλου Βασιλείου, προσφέρει πάντα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να στοχαστούμε κα να εντρυφήσουμε στον «Έλληνα τρόπο», δηλαδή όλα τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν την ειδοποιό διαφορά του Ελληνισμού και νοηματοδοτούν την κοσμοαντίληψή μας.

Λίγοι συγγραφείς έχουν συνδεθεί τόσο με την γιορτινή αυτή περίοδο όσο ο μεγάλος Σκιαθίτης και «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Τα διηγήματά του αλλά και η αρθρογραφία του προσφέρουν μια πολύτιμη οπτική για την σημασία των μεγάλων εορτών της Χριστιανοσύνης, αλλά και την ελληνική κοινωνία και την προσπάθειά της να ισορροπήσει μεταξύ της αυξανόμενης επιρροής της Εσπερίας και της παραδοσιακής ελληνικής θεώρησης της οικουμένης. Η τελευταία έχει ως κληροδότημα μια κοσμοαντίληψη αιώνων που της προσδίδει την προσωπική ετερότητα και μοναδικότητά της, μέσα από την οποία συνδιαλέγεται με τον υπόλοιπο κόσμο και, μόνον τότε, γίνεται πραγματικά κοσμοπολίτικη.

Ο γιορτινός κυρ-Αλέξανδρος

Στην αρθρογραφία του, ο κυρ-Αλέξανδρος εξυμνεί τα Χριστούγεννα ως την κατεξοχήν οικογενειακή γιορτή, μιαν ιδιότητα που συχνά παραθεωρείται εξαιτίας της δυτικότροπης εμπορευματοποίησης και εκκοσμίκευσης της εορτής. Ακόμη και το έθιμο της ανταλλαγής δώρων, που παραδοσιακά γίνεται ανήμερα του Αγίου Βασιλείου, προφυλάσσει τον οικογενειακό χαρακτήρα της γιορτής με το να μειώνει όσο γίνεται το υλιστικό αποτύπωμα επάνω στα Χριστούγεννα. Σε μια εποχή όπου τόσες «συμβατικές» ιδέες απορρίπτονται, ο Ελληνισμός – και δη αυτός του εξωτερικού – θα έκανε καλά να υιοθετήσει αυτή την συγκεκριμένη «αντισυμβατική συμπεριφορά» και να εμείνει στην πατροπαράδοτη συνήθειά του να ανταλλάζει δώρα την 1η Ιανουαρίου.

Αλλά, ο Παπαδιαμάντης μεγαλύνει και την εορτή των Φώτων με την ίδια ευσέβεια, τονίζοντας το γεγονός ότι αγιάζεται όλη η κτίση μέσα από την κατάδυση του τιμίου Σταυρού στα ύδατα. Στις περιγραφές του, περιλαμβάνονται αναφορές στους ναύτες, οι οποίοι περίμεναν ως τα Φώτα για να σηκώσουν άγκυρα και να ανοίξουν πανιά για να βεβαιωθούν ότι θα φωτιστούν τα ύδατα.

Προσέτι, παραδοσιακά, οι καταστηματάρχες και νοικοκύρηδες συνήθιζαν να ρίπτουν κέρματα στο σικλί, το χάλκινο δοχείο γεμάτο αγιασμό που κρατούσαν οι παπάδες όταν επισκέπτονταν τους ενορίτες τους την παραμονή των Θεοφανείων για να αγιάσουν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους. Από μια πρόχειρη ματιά, ίσως το έθιμο αυτό θεωρηθεί ως ασέβεια ή αξεστοσύνη, αλλά στην πραγματικότητα, επιδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Η πράξη αυτή είναι συμβολική και δηλοποιεί την επιθυμία των ανθρώπων να αγιαστούν ακόμη και τα χρήματα την μεγάλη και εύσημη εκείνη ημέρα, μαζί με όλη την υπόλοιπη κτίση.

Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη και η ανθρώπινη ατέλεια

Όμως, ίσως τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ξεχωρίζουν ακόμη περισσότερο για τους πρωταγωνιστές τους και τα ελαττώματα και τις ελλείψεις τους, που τονίζουν έτσι την ανθρωπότητά τους ακόμη πιο πολύ. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση από τον δυτικό αρχέτυπο του αλάνθαστου «λευκού ιππότη» ή του άτρωτου «υπερήρωα» και αυτό είναι κάτι το αξιοσημείωτο διότι υπογραμμίζει το γεγονός ότι παρόλο που οι θεσμοί μας είναι γεμάτοι με ανθρώπους που κουβαλούν τα προσωπικά πάθη και τις αδυναμίες τους, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθούν και οι ίδιοι οι θεσμοί.

Οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη καταδεικνύουν την σημασία που κατέχουν οι θεσμοί μας στην προώθηση της συνύπαρξης και κοινωνικής αρμονίας, καθώς και τις σπουδαίες έννοιες της μετάνοιας και του φιλότιμου στην διατήρηση των ανωτέρω στοιχείων. Κάνοντας μια σύγχρονη κριτική αποτίμηση, οι ιστορίες του αποτελούν μια ξεχωριστή απάντηση στο τραχύ και καταπιεστικό κίνημα της «κουλτούρας της ακύρωσης», το οποίο επιζητεί την αποδόμηση του συλλογικού τρόπου για χάρη του ατομικού. Αντιθέτως, ο Παπαδιαμάντης εστιάζει στην θεραπεία, την επιδιόρθωση ή έστω την συνύπαρξη του ατομικού στοιχείου μέσα από και χάρη στο συλλογικό.

Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη ξεπερνούν εμπόδια που εγείρονται εξαιτίας πράξεων που οφείλονται σε λαθεμένη κρίση ή άτυχα περιστατικά, μέσα από πνεύμα μετάνοιας και φιλότιμου ή συναίσθησης της προσωπικής συμπεριφοράς τους «εν σχέσει» με τον κόσμο που τους περιβάλλει. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματά τους μια και καλή ή ότι δεν θα νικηθούν από τα προσωπικά ελαττώματα και τις ιδιαιτερότητές τους κάποια στιγμή πάλι στο μέλλον. Όμως, αυτό που σημαίνει είναι πως όλοι τους, από τον χειρότερο αμαρτωλό μέχρι την πλέον άγια μορφή, έχουν συναίσθηση της ανθρωπότητάς τους και κοιτάζουν προς κάτι μεγαλύτερο από τον δικό τους μικρόκοσμο, για να τους βοηθήσει να προσανατολιστούν.

Ο «Έλλην τρόπος» της συνύπαρξης

Η «πυξίδα» αυτή δεν είναι άλλη από τον ίδιο τον Ενσαρκωμένο Λόγο του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, την «Ανατολή Ανατολών», όπως αποκαλείται ο Χριστός στην ορθόδοξη υμνογραφία. Άλλωστε ο προσανατολισμός σχετίζεται άμεσα με την ανατολή, που συμβολικά, παραπέμπει στον Νοητό Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό.

Άλλο ένα στοιχείο από την μοναδικότητα της ελληνικής γλώσσας, που συσχετίζεται με την πλοκή των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, είναι η αντίληψη περί συγχώρησης. Στην Δύση, η συγχώρηση ονομάζεται «forgiveness» ή «pardon» (από την γαλλική λέξη «donner», που σημαίνει δίνω) και αντιλαμβάνεται ως κάτι που δίνεται, παραπέμποντας σε σχέσεις εξουσίας, όπου το ισχυρότερο μέρος παραχωρεί την συγχώρηση στον πιο αδύναμο. Η αντίληψη αυτή έχει τις ρίζες της στις μεσαιωνικές φεουδαρχικές κοινωνίες της Δύσης.

Αντιθέτως, ετυμολογικά, στα ελληνικά, η συγχώρηση (συν + χώρος) σημαίνει επί λέξει να δώσουμε τόπο ώστε να χωρέσουν και οι άλλοι ή να κάνουμε χώρο ώστε να χωρέσουν και οι αντιλήψεις των άλλων. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της προσέγγισης δεν είναι ο άνισος καταμερισμός της εξουσίας, αλλά μάλλον η συλλογική θέληση να μην αποκλεισθεί κανείς. Η συλλογικότητα αποφασίζει να ξεπεράσει τις προσωπικές διαφορές ή διενέξεις των ατόμων μέσα από την συμπερίληψή τους σε μια κοινή παρέα.

Η έννοια αυτή εφαρμόζεται κατεξοχήν διαμέσου της συμμετοχής στην Θεία Λειτουργία και την κοινή τράπεζα γύρω την οποία τελείται, το κοινό ποτήριον και την συμβολική προέκταση του ευχαριστιακού αυτού τρόπου ύπαρξης και σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας. Ενδεικτικά, σε παλιότερες εποχές, δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο να συντρώγουν οι πρόγονοί μας μέσα από το ίδιο πιάτο ή να πίνουν κρασί από το ίδιο ποτήρι, το οποίο έκανε τον κύκλο του τραπεζιού σε γιορτές και πανηγύρια. Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η αρμονία και συλλογική συνύπαρξη σφυρηλατούνται και αποκαλύπτονται μέσα από καθημερινές πράξεις που φανερώνουν τον «τρόπο» μας, όχι μακροσκελείς διακηρύξεις ή επιτηδευμένες παρουσιάσεις.

Είτε πρόκειται για «τον Χριστό στο Κάστρο», την «Ντελησυφέρω» ή τόσους άλλους γιορτινούς λογοτεχνικούς θησαυρούς τους Παπαδιαμάντη, ο μεγάλος συγγραφέας μάς χαρίζει πολύ τροφή για σκέψη κατά την διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Οι θεσμοί δεν στιγματίζονται από τα μέλη τους, τα οποία, ενδεχομένως, μπορεί να βρίσκονται σε ανυποληψία ή να έχουν διαπράξει σοβαρά λάθη. Αντιθέτως, υπάρχουν και λειτουργούν για χάρη τους. Συνεπώς, ο συλλογικός μας τρόπος συνύπαρξης δεν δύναται ούτε πρέπει να νοείται μακριά από τις ανάγκες των συνανθρώπων μας – ακόμη και των αντιπάλων – διότι μαζί σκοντάφτουμε, αλλά και μαζί ανορθωνόμαστε.

Εξάλλου, η ιδέα αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο του μηνύματος των Χριστουγέννων, με τον Προαιώνιο Λόγο να συγκαταβαίνει να φορέσει σάρκα και να αποκαλύπτει την Αγία Τριάδα για χάρη όχι μόνο μερικών προνομιούχων, αλλά του συνόλου της ανθρωπότητας καθόλης. Με τον «Λόγο» ως βάση της λογικής μας, ας παραδειγματιστούμε από έναν από τους πιο ταπεινούς πανηγυριστές του και συνάμα μιας εκ των μεγαλυτέρων μορφών της σύγχρονης Ρωμιοσύνης.  

Written by

Χριστόφορος ΤΡΙΠΟΥΛΑΣ

Ο Χριστόφορος Τριπουλάς είναι πανεπιστημιακός και διδάσκει μαθήματα ρητορικής και διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ασχολείται με την μετάφραση και την επιφυλλιδογραφία και είναι συντάκτης στην εφημερίδα Αριστεία.