Ο διοικητής των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη, Ευστάθιος Γαλάτης, είχε αποφυλακιστεί μόλις προηγουμένως από την ακώλυτη και τακτική αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη, χάρη σε παρέμβαση του Αρχι-Ναζί Μαξ Μέρτεν.

Οι Γερμανοί δεν ανησυχούσαν με τον διοικητή της επονομαζόμενης “Μεραρχίας Θεσσαλονίκης” του ΕΛΑΣ να είναι έξω και να κυκλοφορεί ελεύθερος. Πλειάδα επικίνδυνων γι΄ αυτούς αντάρτικων ελληνικών οργανώσεων δρούσαν στην Θεσσαλονίκη, πέρα από αυτούς που υπάκουαν στις εντολές του ΚΚΕ.

Ο Ευστάθιος Γαλάτης κρατούνταν στις φυλακές Παύλου Μελά στην Σταυρούπολη. Μεταφέρθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική Βαγιανού, μετά από εξέταση ιατρού που είχε την εντολή από τον Μαξ Μέρτεν “να τον βγάλει τρελό”: δηλαδή άκακο. Έτσι κι έγινε. Με διαταγή του Αρχί-Ναζί Μαξ Μέρτεν, ο No1 του ΚΚΕ-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη ήταν ελεύθερος από τους Γερμανούς.

Την επίσημη Προκήρυξη του ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης υπογράφει ο Ευστάθιος Γαλάτης και δημοσιεύει η Εφημερίδα ΕΘΝΙΚΗ ΦΩΝΗ, επίσημο Όργάνο του Συμβουλίου Πόλης του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης, φέρουσα ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1944.

Τις ημέρες (και τις νύκτες) που οι Γερμανοί κατακτητές της Ελλάδος αποχωρούσαν από την Θεσσαλονίκη, ο ΕΛΑΣ ξεπάστρευε ενόπλους και αόπλους Έλληνες που δεν τελούσαν υπό την διαταγή του ΚΚΕ στην Θεσσαλονίκη. Είχαν αποδειχθεί πολύ επικίνδυνοι για τους Γερμανούς όσο και για την “επόμενη ημέρα” που μεθόδευε το ΚΚΕ: την επιβολή ιδιότυπα κόκκινης δικτατορίας στην Ελλάδα, τύπου Γιουγκοσλαβίας, με τις ευχές των Βρετανών.

Το ξεπάστρεμα ήταν πρώτη προτεραιότητα, όπως διαβάζουμε στο πρωτοσέλδιο της Εθνικής Φωνής:

Ο Ευστάθιος Γαλάτης προσήλθε αυτοβούλως ως μάρτυς υπεράσπισης στη δίκη του Γερμανού Μαξ Μέρτεν, του Αρχι-Ναζί της Θεσσαλονίκης, που κατόπιν διεθνών πολιτικών παρεμβάσεων τελικώς αφέθηκε ελεύθερος.

Στην Ελλάδα ήλθε ο Μέρτεν τον Απρίλιο του 1942, ένα χρόνο μετά τη γερμανική εισβολή, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του, Μάισνερ, με τον οποίο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη τη διετία 1942-1944, όπου και ανέλαβε τη γενική εποπτεία της δίωξης των Εβραίων της Μακεδονίας, σύμφωνα με την από 7 Ιουλίου 1942 σχετική διαταγή της Κομαντατούρ «περί μέτρων κατά των Εβραίων και των περιουσιών αυτών», αντικαθιστώντας σε πολλές των περιπτώσεων και τον ανώτερο στρατιωτικό διοικητή Μακεδονίας και Αιγαίου.

Θεωρούνταν ο κύριος υπεύθυνος της γενοκτονίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, διατάσσοντας τη μεταφορά περίπου 45.000 ατόμων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, καθώς και την ευθύνη της λεηλασίας των περιουσιών τους, μέχρι και τυμβωρυχίας του εβραϊκού νεκροταφείου, που υπολογίσθηκε ότι ξεπερνούσαν σε αξία το τεράστιο για την εποχή εκείνη ποσό των 125.000.000 χρυσών φράγκων. Εξ αυτών και αποκαλούνταν «Δήμιος της Θεσσαλονίκης» ή «Χασάπης της Θεσσαλονίκης».

Μετά τη λήξη του πολέμου ο Μέρτεν συνελήφθη από τους Αμερικανούς στην κατεχόμενη Γερμανία. Το 1946 οι Αμερικανοί πρότειναν την παράδοσή του στις ελληνικές αρχές, στα πλαίσια της συμφωνίας που οι Σύμμαχοι είχαν υπογράψει το 1943 για την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στις χώρες διάπραξης των εγκλημάτων τους. Η ελληνική πλευρά δια του Έλληνα στρατιωτικού ακολούθου στο Βερολίνο, στρατηγού Ανδρέα Υψηλάντη, πρότεινε την απελευθέρωσή του λόγω της άμεμπτης συμπεριφοράς του και των ανεκτίμητων υπηρεσιών του προς την Ελλάδα.

Έτσι άρχισε μια νέα καριέρα στη μεταπολεμική Γερμανία, εργαζόμενος στο Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αναμίχθηκε στην πολιτική και μαζί με τον Γκούσταβ Χάινεμαν, τον κατοπινό πρόεδρο της Δυτικής Γερμανίας, ίδρυσε πολιτικό κόμμα αντιπολιτευτικό του Κόνραντ Αντενάουερ για την αποδοχή της μονιμότητας του χωρισμού της Γερμανίας.

Η υπόθεση Μέρτεν ξεκίνησε τον Μάιο του 1957, όταν ο Γερμανός εγκληματίας έφθασε στην Ελλάδα για να καταθέσει σε δίκη του πρώην διερμηνέα του και μάλιστα όχι ως απλός ιδιώτης, αλλά με την επίσημη ιδιότητα υψηλόβαθμου στελέχους του υπουργείου Δικαιοσύνης της Δυτικής Γερμανίας, κατέχοντας θέση Γενικού Γραμματέα. Για τις κατηγορίες εναντίον του ποτέ δεν είχε συλληφθεί προκειμένου να προσαχθεί στο Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου, παρότι εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης από το 1947.

Σχεδόν αμέσως με την προφυλάκιση του Μέρτεν, ξεκίνησε μία σειρά πολυάριθμων τότε παραστάσεων και διαβημάτων του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα στο Υπουργείο Εξωτερικών και Δικαιοσύνης που ζητούσε την άμεση αποφυλάκιση του Μέρτεν. Στην απολογία του ο Μαξ Μέρτεν υποστήριξε αντί των κατηγοριών ότι ο λόγος που επισκέφθηκε την Ελλάδα δεν ήταν άλλος από το να συναντήσει παλιούς του φίλους από την κατοχή.

Τελικά η δίκη του Μαξ Μέρτεν ξεκίνησε στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα στο οποίο προέδρευε ο συνταγματάρχης Κοκορέτσας, ο οποίος είχε αποκλείσει τους πολιτικώς ενάγοντες για να αποφευχθεί κάθε πολιτικοποίηση του ζητήματος. Στις 5 Μαρτίου του 1959 ο πρόεδρος ανακοινώνει την ετυμηγορία της ενοχής του Μαξ Μέρτεν βάσει της οποίας του επιβλήθηκε 25 χρόνια κάθειρξη, κατά συγχώνευση, για παράνομες φυλακίσεις σε στρατόπεδα συγκέντρωσης Ελλήνων και Ισραηλιτών, φόνους και θάνατο από ασιτία, τρομοκράτηση σε βάρος 56.000 Ισραηλιτών, καταστροφή του Εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, εκτοπίσεις 40.000 Εβραίων.

Το φθινόπωρο του 1959 η υπόθεση Μέρτεν ήλθε και πάλι στην επικαιρότητα με το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε., με το οποίο γινόταν τροποποίηση του προηγούμενου σχετικού νόμου και επιτρεπόταν η αποφυλάκιση των εγκληματιών πολέμου που είχαν ήδη καταδικαστεί και εκρατούντο σε ελληνικές φυλακές. Ακολούθησε θυελλώδης συζήτηση στη Βουλή. Κάτω από τον καταιγισμό πυρών Ε.Δ.Α. και Δημοκρατικής Ενώσεως, η κυβέρνηση δια του αντιπροέδρου της, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, απήντησε ότι η Ε.Ρ.Ε. είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη “σημερινή Γερμανία” και ότι ο μόνος εγκληματίας πολέμου που βρισκόταν σε ελληνικές φυλακές, ο Μέρτεν, έπρεπε να απελαθεί και να παραδοθεί στη χώρα του.

Τελικά το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και στις 5 Νοεμβρίου του 1959 ο Μέρτεν αποφυλακίστηκε και απελάθηκε από την Ελλάδα.

Ευθύς μετά την άφιξή του στη Δυτική Γερμανία συνελήφθη με ένταλμα των γερμανικών δικαστικών αρχών και δικάστηκε στο Βερολίνο. Ο ανακριτής αποφάσισε να παραμείνει ελεύθερος με τον όρο να παρουσιάζεται στην αστυνομία δύο φορές την εβδομάδα.

Στο γερμανικό περιοδικό Neue Illustrierte, o Γαλάτης παραχώρησε μια συνέντευξη διασαφηνίζει -εξαιρετικά άβολα για το ΚΚΕ- την υπόθεσή του:

“Ο Γαλάτης συναντήθηκε πρόσφατα με τον συνεργάτη μας Heinz Altmeyer στη Θεσσαλονίκη.
Αυτή η συνάντηση δεν ήταν τυχαία, καθώς ο Γαλάτης, που κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν οργανωμένος στην αντιστασιακή οργάνωση ΕΛΑΣ, παρουσιάστηκε στη δίκη του Μέρτεν ως μάρτυρας υπεράσπισης του άλλοτε εχθρού του.

Ο Γαλάτης μιλάει ανοιχτά για τις συνθήκες που είχαν επικρατήσει το 1942 έως την αναχώρηση των Γερμανών το 1944.

Σύμφωνα με τον Γαλάτη, υπήρχε ένας αριθμός αντιστασιακών οργανώσεων, που εκπροσωπούσε όλες τις τάσεις των παλαιών κομμάτων. Ανάμεσά τους, η ΠΑΟ, η Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση, της οποίας ο Αργυρόπουλος ήταν δευτερεύων ηγέτης, και η οργάνωση υπό τη διοίκηση του ενός άγνωστου τότε συνταγματάρχη, του Γρίβα. Σήμερα αυτός θεωρείται λαϊκός ήρωας των Κυπρίων.
Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών, καμία οργάνωση δεν ανέλαβε δράση εναντίον των δυνάμεων κατοχής. Φυσικά, εκδικούμασταν όταν οι Γερμανοί πυροβολούσαν ομήρους ή ανατινάσσαμε κανένα γεφύρι εδώ κι εκεί, πράγμα που δεν ήταν εντελώς χωρίς αντίκτυπο.

Πάντως, για τις περισσότερες ενέργειες, δεν είχαμε ιδέα. Αυτές κατευθύνονταν από Βρετανούς πράκτορες.
Λυπάμαι που το λέω, αλλά σπαταλούσαμε την ενέργειά μας στο να μαχόμαστε μεταξύ μας οι αντιστασιακές οργανώσεις για το ποια θα επικρατήσει.

Υπήρξαν αμέτρητοι θάνατοι σ’ αυτό τον αγώνα. Και ξέρω ότι οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα πάθη με μαεστρία.

Ο Γερμανός στρατηγός Φον Κρένσκι ήταν πολύ επιδέξιος σ’ αυτό. Μέσω επαφών, εξόργιζε τους Έλληνες αντάρτες, που μάχονταν σαν τους δαίμονες. Πρέπει να πω εδώ – όσο κι αν με πληγώνει αυτό – ότι οι αντάρτες πολλές φορές δεν δίσταζαν να καταγγείλουν τους συναγωνιστές τους. Ο σκοπός ήταν προφανής: οι πληροφοριοδότες πίστευαν ότι κατά τις ομηρίες, μόνο αυτοί των αντίπαλων οργανώσεων θα εκτελούνταν.

Έτσι συνέβη και με μένα. Μέχρι σήμερα ακόμη δεν ξέρω ποιος ήταν ο υπεύθυνος. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι οι Γερμανοί κατόρθωσαν να με εντοπίσουν.

Η ελληνική αστυνομία με παρέδωσε στη Γκεστάπο. Μετά από πολλές ανακρίσεις, βρέθηκα στη διαβόητη διώροφη φυλακή «Παύλος Μελάς», που βρισκόταν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκείνη την εποχή, κρατούνταν εκεί περίπου 500 άτομα.

Μετά από κάθε σαμποτάζ, 50 άνθρωποι επιλέγονταν μεταξύ των κρατουμένων και εκτελούνταν.
Έφτασα σε ένα από αυτά τα κελιά του θανάτου. Έπρεπε να γεμίσω ένα σακκί με χορτάρια, κι αυτό θα ήταν στο εξής το στρώμα μου. Το φαγητό ήταν κακό, αλλά αρκετό. Πάντως, αν υποφέραμε, γι’ αυτό λίγο έφταιγαν οι Γερμανοί. Οι βασανιστές μας μας ήταν κυρίως Έλληνες που φορούσαν ένα κόκκινο περιβραχιόνιο με μια νεκροκεφαλή.

Έχασα κάθε ελπίδα. Μολονότι δεν ομολόγησα τίποτα για την αντιστασιακή μου δράση, οι Γερμανοί δεν χρειάζονταν αποδείξεις. Αλλά τι σημασία είχε; Αν κάτι συνέβαινε σε κάποιον Γερμανό κάπου σ’ ένα βουνό, θα μπορούσα να είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που θα εκτελούνταν.

Φυσικά, η σύλληψή μου έγινε γνωστή στους φίλους μου. Αλλά πώς θα μπορούσαν να με βοηθήσουν;
Μια φορά ήρθε ένας Έλληνας γιατρός συνοδευόμενος από έναν άνδρα της Γκεστάπο για τη συνηθισμένη εβδομαδιαία ιατρική εξέταση. Η δική μου υγεία ήταν καλή και σταθερή και το γεγονός ότι ο γιατρός με εξέταζε προσεκτικά στο κεφάλι με έκανε να αναρωτιέμαι.

Ξαφνικά ο γιατρός μου είπε: «Είστε πολύ άρρωστος, συνταγματάρχα. Σοβαρή νευρασθένεια…»

Ενστικτωδώς σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να στηριχτώ σ’ αυτόν τον άνθρωπο για να σωθώ. Συγκατάνευσα με υπακοή, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόμουν ποια θα έπρεπε να είναι τα σημάδια της νευρασθένειας.

Ο Έλληνας γιατρός αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον άνδρα της Γκεστάπο. Σήκωσε τους ώμους με αδιαφορία.

«Πρέπει να σε δηλώσω ασθενή», μου είπε στο τέλος ο γιατρός. «Πρέπει να βγείτε απ’ αυτό το στρατόπεδο. Θα σας πάω στην κλινική Βαγιάνου. Εκεί θα λάβετε την κατάλληλη φροντίδα».
Ήμουν ακόμη καχύποπτος. Αλλά τι θα μπορούσα να κάνω; Είτε με εκτελούσαν εδώ στο «Παύλος Μελάς» είτε κατά τη μεταφορά μου στο νοσοκομείο, ήταν το ίδιο.

Σε λίγη ώρα ετοιμάστηκα. Τελικά, έφτασα στο νοσοκομείο. Έμεινα εκεί μερικές εβδομάδες, λαμβάνοντας τη φροντίδα Ελλήνων γιατρών. Εν τω μεταξύ, φρόντιζα με επιμέλεια να δείχνω συμπτώματα νευρασθένειας, έτσι ώστε να μην υποψιαστούν οι Γερμανοί. Τότε σκεφτόμουν ότι κάποιος φίλος αντιστασιακός είχε φροντίσει για να με σώσει.

Τελικά, με απελευθέρωσαν. Και αργότερα μόνο συνειδητοποίησα ποιος με είχε σώσει: ο Μέρτεν.
Γιατί ο Μέρτεν με βοήθησε;

Ένας κουνιάδος μου ήταν στην ίδια σχολή με τον διερμηνέα του Μέρτεν, τον Μάισνερ. Αυτός ο κουνιάδος μου πήγε στον Μάισνερ μετά τη σύλληψή μου. Του είπε ότι ήμουν ένας θερμός πατριώτης, που αν και ευχόμουν οι Γερμανοί να φύγουν αμέσως, ήμουν επίσης από αυτούς τους Έλληνες που μπορούσαν να ασκούν τη μετριoπαθή επιρροή τους πάνω στις ριζοσπαστικές δυνάμεις.
Αυτό είπε ο Μάισνερ στον προϊστάμενό του, τον Μέρτεν.

Ο Μέρτεν δεν ήταν φίλος του ΕΛΑΣ. Το αντίθετο. Ωστόσο, μπόρεσε να κατανοήσει τα επιχειρήματα του κουνιάδου μου.

Το να με βγάλει κατευθείαν από το «Παύλος Μελάς», αυτό ήταν κάτι που δεν είχε την εξουσία να το κάνει. Έτσι, ζήτησε απ’ αυτόν τον γιατρό να με γλιτώσει από την εκτέλεση, αρχικά ως ασθενή.
Θα ήθελα επίσης να σημειώσω ότι είχα ήδη ακούσει για τον Μέρτεν. Τον έχω σε εκτίμηση, γιατί πολλές φορές άσκησε την επιρροή του υπέρ κρατουμένων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή – ως Έλληνας – πίστευα ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο χωρίς αντάλλαγμα. Η περίπτωσή μου όμως είναι ενδεικτική. Με απελευθέρωσε χωρίς να ζητήσει ούτε μία δραχμή.

Τού χρωστάω τη ζωή μου.

Ήμουν έτοιμος να τα κατεθέσω όλα αυτά στο δικαστήριο. Αλλά ο πρόεδρος Κοκορέτσας δεν με άφησε να μιλήσω όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτό σας τα εκθέτω εδώ με ακρίβεια.

Ο Κοκορέτσας δεν κάλεσε κι άλλους μάρτυρες που ήθελαν να καταθέσουν υπέρ του Μέρτεν. Θα ήθελα να αναφέρω μόνο τον φίλο μου Μενσαλόπουλο, που ήταν επικεφαλής των αποθηκών των τραμ στη Θεσσαλονίκη από το 1942 έως το τέλος του πολέμου. Ο ίδιος εξεπλάγη που δεν έλαβε κλήτευση.

Μου είπε: «Θα ήθελα να πω ότι χάρη στον Μέρτεν 250 οικογένειες εργαζομένων στους τροχιοδρόμους σώθηκαν από την πείνα, ίσως ακόμη κι απ’ τον θάνατο από πείνα. Αν δεν είχε λάβει τότε την απόφαση να πληρωνόμαστε σε είδος αντί σε δραχμές που δεν είχαν καμία αξία, πολλοί από μας θα είχαν πεθάνει. Του το προτείναμε και το έκανε».

Μπορείτε να γράψετε τα πάντα και να αναφέρετε το όνομά μου. Σας είπα την πλήρη αλήθεια.
Η γνώμη πολλών ανθρώπων, μεταξύ των οποίων πολλές σημαίνουσες προσωπικότητες στη Θεσσαλονίκη, είναι η εξής: Το δικαστήριο καταδίκασε τον Μέρτεν στη θέση άλλων ενόχων, γιατί αυτός πιάστηκε. Πλήρωσε για άλλους».

Σε επιστολή του προς τον έγκλειστο Max Merten, ο στρατιωτικός επικεφαλής του ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη κατά την αποχώρηση των Γερμανών, Ευστάθιος Γαλάτης, έγραφε:

«Η επιθυμία μου είναι να ξεπληρώσω μια πράξη σας που μου έσωσε τη ζωή και γλίτωσε τη γυναίκα μου από το μαρτύριο. Μπορεί να μη θυμάστε πια αυτή την πράξη.

Μάθετε ότι ήμουν ηγέτης της αντίστασης και επικεφαλής της μεραρχίας του ΕΛΑΣ που είχε οργανωθεί στην πόλη. Έχω για την υπεράσπισή σας σημαντικά έγγραφα, τα οποία αποδομούν τις εναντίον σας κατηγορίες.

Τώρα είμαι επιλαχών βουλευτής του κόμματός μου στο ελληνικό κοινοβούλιο και είμαι αποφασισμένος να πράξω το καθήκον μου ως μάρτυρας, παρά τις αντιρρήσεις του κόμματός μου».

* Απόσπασμα από το έργο: Έτσι μεθόδευσαν οι Βρετανοί το αντάρτικο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ιωάννης Νασιούλας. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2022. Σελ. 305. ISBN: 978-618-5383-44-2. Αποκλειστικά διαθέσιμο στο www.grecobooks.com

Written by

Ιωάννης ΝΑΣΙΟΥΛΑΣ

Ο Ιωάννης Νασιούλας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.