Το ΚΚΕ άργησε να αντιδράσει στην Κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Η θέση του περιπλεκόταν από την πραγματικότητα που διαμόρφωνε η συμφωνία Molotov-Ribbentrop του 1939, η οποία στην πράξη οδήγησε στην ουδετερότητα των Σοβιετικών ενόσω οι Γερμανοί επέκτειναν την κατοχή τους στις ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Στάλιν έσπευσε να χαρακτηρίσει τον γενικευμένο πόλεμο ως αντιπαράθεση μεταξύ δύο συγκροτημάτων καπιταλιστικών κρατών, με απώτερο σκοπό να επαναχαραχθεί ο χάρτης του κόσμου. Η πολιτική γραμμή της Κομιντέρν προς τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν να αντιταχθούν στον πόλεμο και να αποκαλύψουν στον λαό τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια των δύο μηνών πριν από την εισβολή των Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση, ακόμα και όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία ακολουθούμενοι κατόπιν από τους Σοβιετικούς, υπήρχαν ελάχιστα περιθώρια αμφισβήτησης της διεθνούς κομμουνιστικής γραμμής. Πρακτικά, το ναζιστικό-σοβιετικό σύμφωνο συνεπαγόταν ότι τα κομμουνιστικά κόμματα όφειλαν να εμποδίσουν την κυριαρχία είτε της Βρετανίας είτε της Γερμανίας.

Η διαφοροποίηση των κομμουνιστών στην Βρετανία και στην Πολωνία από την εθνική πολεμική και αντιστασιακή πανστρατιά ακολουθήθηκε και στην Ελλάδα.

Σε γενικές γραμμές, μια τέτοια αποτύπωση της ιδιότυπης πολεμικής και αντιστασιακής αποχής του ΚΚΕ είναι ακριβής. Υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Κομιντέρν, ήδη από τον χειμώνα του 1940-1941, παράγγειλε στο ΚΚΕ να ανακαλέσει την γραμμή Ζαχαριάδη του Οκτωβρίου 1940, γνωστή και ως «Πρώτη Επιστολή», που είχε συντάξει ο τότε ηγέτης του, Νίκος Ζαχαριάδης και όριζε τον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο ως «ένα αγώνα εθνικής απελευθέρωσης της κυβέρνησης Μεταξά ενάντια στον φασισμό του Μουσολίνι».

Το κάλεσμα Ζαχαριάδη προς τον λαό για συμμετοχή στην εθνική πολεμική προσπάθεια ακολουθούσε κατά γράμμα την απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν (14 Ιουλίου 1939). Οι κομμουνιστές της Ελλάδας όφειλαν να συνταχθούν με την κυβέρνηση Μεταξά, στην περίπτωση που η χώρα δεχόταν επίθεση από την Ιταλία ή την Γερμανία.

Στην «Δεύτερη Επιστολή» του, στις 26 Νοεμβρίου 1940, ακριβώς μετά την καθοριστική κατάληψη της Κορυτσάς από τον Ελληνικό Στρατό, ο έγκλειστος Ζαχαριάδης καταδίκαζε τον πόλεμο των Ελλήνων ενάντια στους Ιταλούς επίδοξους κατακτητές ως «ιμπεριαλιστικό».

Τόνιζε πως η Ελλάς δεν είχε καμιά δουλειά να συμμετέχει σ’ αυτόν. Και πρότεινε όπως η ΕΣΣΔ μεσολαβήσει μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας για ειρήνευση.

Η ηγεσία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος επιθυμούσε περισσότερο να τονιστεί η ανάγκη ο ελληνικός λαός «…να ευθυγραμμιστεί με την πολιτική ουδετερότητας και φιλίας που πρεσβεύει η Σοβιετική Ένωση».

Στην «Τρίτη Επιστολή» του, στις 15 Ιανουαρίου 1941, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης αναστρέφει πλήρως την αρχική του γραμμή και καλεί καθαρά για πρώτη φορά τους κομμουνιστές στην Ελλάδα να δώσουν προτεραιότητα:

  1. Στην κατάληψη της εξουσίας και όχι στην ένοπλη αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές.
  2. Στην υπαγωγή της Ελλάδας στην σφαίρα εξουσίας της ΕΣΣΔ.
  3. Στην συνεργασία με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες και στην «ειρηνική λύση των εξωβαλκανικών διαφορών» της Ελλάδας με αυτές.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης θέτει με σαφήνεια το πολιτικό πλαίσιο που υπηρέτησε έκτοτε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Όμως, το ΚΚΕ δεν είχε ουσιαστική επαφή με την ΕΣΣΔ μέχρι τουλάχιστον το 1944. Η πολιτική Σιάντου και Ζαχαριάδη δεν καθορίστηκε από επαφές με την Μόσχα. Αλλά με το Λονδίνο.

«Ο Μεταξάς από την πρώτη στιγμή έκανε το αντίθετο, έκανε πόλεμο φασιστικό, κατακτητικό πόλεμο.

Ενώ, αφού διώξαμε τους Ιταλούς από την Ελλάδα, βασική προσπάθεια μας έπρεπε να είναι να κάνουμε μια ξεχωριστή, έντιμη και δίχως παραχωρήσεις ελληνοϊταλική ειρήνη, πράγμα πού μπορούσε να γίνει με τη μεσολάβηση της Ε.Σ.Σ.Δ., ή μοναρχοφασιστική δικτατορία συνέχισε τον πόλεμο για λογαριασμό, όχι του λαού τής Ελλάδας, μα τής πλουτοκρατίας και του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Μετά το διώξιμο δε των Ιταλών από την Ελλάδα, το αίμα των φαντάρων μας χύνεται άδικα, σήμερα δε ό εγγλέζικος ιμπεριαλισμός εισπράττει σε αίμα των παιδιών της Ελλάδας, τους τόκους των κεφαλαίων πού διέθεσε το 1935-36 για την παλινόρθωση του Γεωργίου και την εγκαθίδρυση της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας του Μεταξά.

Αφού δε ό Μεταξάς αρνιέται να αποκαταστήσει τις ελευθερίες του λαού, να εξασφαλίσει την ειρήνη της Ελλάδας και κάνει πόλεμο κατακτητικό ιμπεριαλιστικό, πού όλα τον τα βάρη τα πληρώνει o λαός, παραμένει (o Μεταξάς) κύριος εχθρός τον λαού και της χώρας. Ή ανατροπή του είναι το πιο άμεσο και ζωτικό συμφέρον του λαού μας. Λαός και στρατός πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τη διαχείριση της χώρας και του πολέμου με σκοπό ειρήνη, εθνική ανεξαρτησία, εσωτερικό αντιφασιστικό, αντιπλουτοκρατικό λαϊκό καθεστώς, ολόπλευρη προσέγγιση προς την Ε.Σ.Σ.Δ. και βαλκανική συνεργασία με βάση την ειρηνική λύση των εξωβαλκανικών διαφορών».

Η εισβολή των Γερμανών στην Σοβιετική Ένωση στις 22 Ιουνίου 1941 αποδιάρθρωσε αυτό το πλαίσιο και η άσκηση πολιτικής αν-ισορροπίας του ΚΚΕ στην Ελλάδα έλαβε μια νέα μορφή: έκλινε πια στο ένοπλο αντάρτικο ενάντια στην ντόπια δομή εξουσίας και ισχνά στην αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους κατακτητές.

Αυτές οι ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ των διεθνών υποχρεώσεων της ΕΣΣΔ προς την Γερμανία και του πάνδημου λαϊκού αισθήματος στην Ελλάδα κόστισαν στο ΚΚΕ μεγάλη χρονοτριβή στην συμμετοχή του στην εθνική αντίσταση που ήδη ακολουθούσε την αποστράτευση από το μέτωπο του ελληνικού βορρά. Η   προτεραιότητα συγκρότησης ένοπλου αντάρτικου για την κατάληψη της εξουσίας στην κατεχόμενη Ελλάδα από το ΚΚΕ άφησε εκτός των πρώιμων ζυμώσεων ένοπλης εθνικής αντίστασης το κομμουνιστικό κόμμα και επέτρεψε σε ποικίλες φιλο-κυβερνητικές και αντι-κυβερνητικές προσωπικότητες να αναλάβουν δράση στις ελληνικές πόλεις και τα βουνά.

Έτσι, ως το 1942, η οργανωμένη ένοπλη αντιστασιακή δραστηριότητα κέρδιζε έδαφος αρχικά έξω από τον έλεγχο ή την κεντρική διεύθυνση του ΚΚΕ. Η Κομιντέρν αναγκάστηκε να ασκήσει κριτική στο ΚΚΕ γιατί ως τις αρχές του 1943 δεν είχε προβεί σε σοβαρή ένοπλη αντίσταση. Ακόμα χειρότερα, οι δυνάμεις της ένοπλης εθνικής αντίστασης αγνοούσαν την νέα πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, όπως εκφραζόταν με τις δύο τελευταίες επιστολές Ζαχαριάδη:

Ούτε η δεύτερη, ούτε η τρίτη επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη είχε επιτραπεί από την κυβέρνηση Μεταξά να δουν το φως της δημοσιότητας. Η δεύτερη επιστολή εντοπίστηκε και κατασχέθηκε από την Εθνική Ασφάλεια. Η τρίτη επιστολή δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ της Κατοχής, μόνο τον Ιούνιο του 1942, ως το 2ο γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, αφού η καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος δεν γνώριζε τότε την ύπαρξη την ύπαρξη της δεύτερης (κατασχεμένης) επιστολής.

Ως τις αρχές του 1942, μόνον η ηγεσία του ΚΚΕ (και όχι οι σπαργανώδεις ένοπλες αντιστασιακές ομάδες στην πόλη και την ύπαιθρο) γνώριζε την νέα πολιτική προτεραιότητα στο ένοπλο αντάρτικο για την κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα, την υπαγωγή στην σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ και την μοιρασιά των βορείων συνόρων με την Αλβανία, την Σερβία και την Βουλγαρία.

Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και τη συμμετοχή τριών άλλων μικρών κομμάτων της Αριστεράς, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, και της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας, ιδρυόταν το ΕΑΜ, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Στις 16 Φεβρουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το ένοπλο σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ).

Την διοίκηση του ΕΛΑΣ ασκούσε απευθείας η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, ως την συγκρότηση του Γενικού Στρατηγείου τον Μάιο του 1943. Η διοίκηση ήταν τριμελής υπό τους: Στέφανο Σαράφη ως στρατιωτικό αρχηγό, Άρη Βελουχιώτη ως αρχηγό των ανταρτών («καπετάνιο») και Ανδρέα Τζήμα (Βασίλης Σαμαρινιώτης), ως πολιτικό καθοδηγητή. Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ τοποθετήθηκε με την ίδια απόφαση ο στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης.

Ο Βρετανός αρχι-πράκτορας της SOE αναφέρει πως συμφωνήθηκε μεταξύ Myers και Σαράφη να δίδονται δύο χρυσές λίρες τον μήνα για κάθε αντάρτη. Αποκαλύπτει πως το ποσόν που δόθηκε από τους Βρετανούς στον ΕΛΑΣ και στις άλλες αντιστασιακές ή αντάρτικες οργανώσεις -καθώς και σε Έλληνες πολιτικούς- προσέγγιζε τα 2.000.000 χρυσές λίρες. Μνημονεύει τον χαρακτηρισμό του ελλαδικού αντάρτικου ως «Χρυσής Αντίστασης»: «Και αφού ήταν ανέκαθεν η πρακτική του Ζέρβα να πληρώνει για τα αγαθά και τις υπηρεσίες, ο κύριος ωφελημένος ήταν ο ΕΛΑΣ» που δεν πλήρωνε και κράτησε τις λίρες «για άλλους σκοπούς».

Η έριδα για το ποιοι ήταν οι πρώτοι αντάρτες στην Ελλάδα είναι πολιτικά προσανατολισμένη. Δεδομένου πως ήδη η SOE και το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχαν στο πεδίο ομάδες σαμποτέρ ενάντια στους εισβάλλοντες Γερμανούς και πως ο Άρης Βελουχιώτης συγκρότησε την ένοπλη ομάδα του όντας εκτός ΚΚΕ και αυτοβούλως, η συζήτηση αυτή έχει ενδιαφέρον να δούμε από ποιο σημείο ξεκινάει.

Όχι παράδοξα, είναι ένας (όχι οποιοσδήποτε) Βρετανός Αξιωματικός, o Αντισυνταγματάρχης J.M. Stevens, για ένα διάστημα επικεφαλής του Ελληνικού Γραφείου της SOE στο Κάιρο, που κάνει λόγο για «πρωτιά των Κομμουνιστών» στο αντάρτικο, σε μια έκθεσή του που συντάχθηκε μετά από μια περιοδεία επιθεώρησης το καλοκαίρι του 1943.

Έγραφε: «Το καλοκαίρι του 1942 οι πρώτοι αντάρτες που εμφανίστηκαν ήταν κομμουνιστές που δημιούργησαν ένα συγκρότημα στον Όλυμπο. Αυτό ήταν όχι απλή σύμπτωση. Το ΕΑΜ εκτίμησε πολύ σωστά ότι αντάρτες μπορούσαν να υπάρχουν μόνο… [με]…την υποστήριξη των χωρικών και τους πρώτους δεκαοκτώ μήνες της κατοχής δαπανήθηκαν για την οργάνωση των χωριών».

Όταν πια είχε διαμορφωθεί η κρίσιμη μάζα ελεγχόμενων από το κόμμα σχηματισμών, ο επιχειρησιακός χαρακτήρας των αντάρτικων ομάδων υπό το ΚΚΕ ήταν διακριτά εμφυλιοπολεμικός και όχι αντιστασιακός. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του στενού βρετανικού ελέγχου επί του ΚΚΕ στην πόλη και στο βουνό.

Από το 1941 ως τις 28 Ιουλίου του 1943, δεν υπήρχε οποιαδήποτε επαφή της ΕΣΣΔ με την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ. Τότε είναι που έπεσαν με αλεξίπτωτο στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ οκτώ Σοβιετικοί αξιωματικοί και ακόμα δύο στην Μακεδονία. Οι Σοβιετικοί πλαισίωσαν τον ΕΛΑΣ όχι ως σύμβουλοι, αλλά ως παρατηρητές.

Οι Σοβιετικοί, λοιπόν, τίμησαν την συμφωνία που ήδη είχαν από τα 1942 και η οποία εκχωρούσε τον έλεγχο του ελλαδικού αντάρτικου στους Βρετανούς. Άρχισαν να εμπλέκονται στα εσωτερικά της Ελλάδος μόνο κατά την περίοδο πριν την απελευθέρωση. Μάλιστα, το καλοκαίρι του 1944, οι Σοβιετικοί στο Κάιρο διαμήνυαν στους ανθρώπους του ΚΚΕ να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση που επιθυμούσαν οι Βρετανοί, μετά την Συμφωνία του Λιβάνου. Καθ’ όλη αυτήν την διάρκεια της κατοχής και του εμφύλιου αντάρτικου, οι Σοβιετικοί απείχαν από παροχή οπλισμού στους αντάρτες του ΕΛΑΣ υπό το ΚΚΕ.

«Από τις έρευνες και τα στοιχεία που παραθέτει [ο Φαράκος] προκύπτει πλέον αδιαμφισβήτητα πως από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κατοχής βασικός στόχος του ΚΚΕ ήταν η κατάληψη και μονοπώληση της εξουσίας. Στη λογική αυτή εντάσσεται πλήρως και η ίδρυση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ», γράφει σε εμβληματικό του άρθρο ο Ιατρίδης. Ούτε, όμως, η ένοπλη αντιπαράθεση με τους Βρετανούς ήταν σχέδιο των Σοβιετικών. Με την άφιξή του «στο βουνό» ο Σοβιετικός Αντισυνταγματάρχης Popov τους το ξεκαθάρισε.

Η ακαταλληλότητα του ένοπλου μηχανισμού του ΚΚΕ δεν διέλαθε της προσοχής της Μόσχας. «Ανοησία» χαρακτήρισε ο Στάλιν προς τον Δημητρόφ το 1945 την αποχώρηση των κομμουνιστών από την Ελληνική Κυβέρνηση και την συνέχιση του ανταρτοπολέμου απέναντι στην Ελλάδα και στους Βρετανούς.

Οι ένοπλοι αντάρτες είναι σαφές πως δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να υπολογίζουν σε συνδρομή του Κόκκινου Στρατού.

Το γνώριζαν όμως οι ηγέτες του ΚΚΕ, Σιάντος και Ζαχαριάδης, καθώς και ο στρατιωτικός επικεφαλής του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης.

Εάν, λόγου χάρη, ανατρέξει κανείς στην αδημοσίευτη «Ιστορία της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής» του Woodhouse (1945), θα τον βρει να αποκαλεί τον Στέφανο Σαράφη «ανδρείκελο» του ΚΚΕ, χαρακτηρισμό που δεν επαναλαμβάνει στα βιβλία του.

Θα τον βρει, επίσης, να ισχυρίζεται πως, με λίγες εξαιρέσεις, οι όποιες πολεμικές δραστηριότητες του ΕΛΑΣ είχαν σκοπό να δικαιολογήσουν τις χρυσές λίρες και τα εφόδια που διαρκώς απαιτούσε και ελάμβανε από τους Βρετανούς.

Ανώτερο στέλεχος του ελληνικού τμήματος της SOE Καΐρου, ο αντισυνταγματάρχης Peter McMullen είναι από εκείνους που επεδίωξαν τη μεταπολεμική κυριαρχία του ΕΑΜ. Τον Αύγουστο του 1943 τοποθετείται ως αξιωματικός-σύνδεσμος στην Πελοπόννησο, όπου η επαφή του με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τον κάνει να αλλάξει απόψεις.

Απόσπασμα από την αδημοσίευτη πολυσέλιδη έκθεσή του μετά την επιστροφή του στο Κάιρο, τον Ιανουάριο του 1944: «Πριν από μερικούς μήνες πίστευα ότι, πιθανόν, θα καταλάβουν την εξουσία, θα εξοντώσουν κάθε αντιπολίτευση και ύστερα, βασισμένοι στην προπαγάνδα («Εμείς το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ανήκαμε στις Ένοπλες Δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, υπήρξαμε η μόνη αντιστασιακή οργάνωση που πολέμησε τους Γερμανούς»), θα προβούν σε μια μεγαλόψυχη χειρονομία και θα εγκαταλείψουν την εξουσία, πιστεύοντας πως θα εξασφαλίσουν επαρκείς έδρες στις μαγειρεμένες εκλογές που θα ακολουθήσουν, έτσι ώστε είτε να επιστρέψουν στην εξουσία ή τουλάχιστον να συγκροτήσουν μια ισχυρή αντιπολίτευση.

Τώρα, πιστεύω πως εκτιμούν ότι είναι τόσο αντιπαθείς στον λαό, ώστε η καλύτερη και μοναδική τους ευκαιρία είναι να κατακτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία εναντίον κάθε επίδοξου διεκδικητή της».

Χαρακτηριστική είναι η μυστική έκθεση του Θεόδωρου Μακρίδη (1946), του στρατιωτικού «εγκέφαλου» του ΚΚΕ, όπως τη δημοσίευσε ο Γρηγόρης Φαράκος. Οι χαρακτηρισμοί του για τον ΕΛΑΣ και τη μαχητική του ικανότητα είναι, συχνά, βαρύτεροι από εκείνους των επισήμων Βρετανών.

* Απόσπασμα από το βιβλίο: Έτσι μεθόδευσαν οι Βρετανοί το αντάρτικο του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ιωάννης Νασιούλας. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2022. Σελ. 305. ISBN: 978-618-5383-44-2. Αποκλειστικά διαθέσιμο στο www.grecobooks.com

Written by

Ιωάννης ΝΑΣΙΟΥΛΑΣ

Ο Ιωάννης Νασιούλας είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.