Τη Μούσα του Σολωμού, από τα παιδικά μου χρόνια κι αν τη γνώρισα, δεν την αγάπησα με τη φλόγα του πρώτου καημού· γιατί παιδί δεν ήμουν όταν επρόσεξα ‘ς αυτή. Και μ’ έδεσε με την ασύντριφτην αλυσίδα που δένει το πάθος κάποτε τη μαθημένη καρδιά, την ώριμην ηλικία.

Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής για να συγκινήση εκείνους που με παιδικήν ελαφρότητα στοχάζονται τα πνευματικά. Άλλων ομοτέχνων του τα έργα, κ’ εδώ κι αλλού, εύκολα τα πλησιάζει κανείς και τα νοστιμεύεται, κ’ ευκολώτερα τα χορταίνει και τα λησμονεί· εκείνου ο στίχος, — νόημα, λόγος, μέτρα, — δεν έχει την απλότητα και δεν ξανοίγεται σαν των άλλων.

Δυσκολεύει κ’ η γλώσσα του, ξένη προς την παράδοση της σχολικής παιδείας, αταίριαστη με τη γλώσσα του γραφείου μας και του βιβλίου μας, όσο κι αν είναι ταιριαστή με τα βαθύτερα της ψυχής μας· μα γι’ αυτό κι ο στίχος του όσους θα τραβήξη τους τραβάει στοχαστικώτερα, και μια για πάντα. Μετρημένοι ακόμα κι όσοι αισθάνονται τη σπουδαιότητα της τέχνης του Σολωμού, καθώς πρέπει, κ’ εκεί που προ πάντων αξίζει να την αισθανθούν. Μπορεί να λέμε για τον ψάλτη των «Ελεύθερων πολιορκημένων» ό,τι είπεν ο φιλόσοφος Νίτσε για το Γκαίτε: «Ακόμα δεν εδειξεν όλη την επιρροή του, ακόμα δεν ήρθε ή ώρα του».

Δεν ξέρω αν βρίσκεται ‘ς άλλη λογοτεχνία ποιητής, μ’ έργα έτσι λιγοστά κ’ έτσι μισοκάμωτα, όμοια γερός και πλούσιος και σημαντικός [1]. Το έργο του φέρνει ‘ς το νου κάποια ερείπια σε κάποιες κορφές· ανεβαίνουμ’ εκεί προς εκείνα, και τόσο δε μιας εντυπώνονται τα ερείπια όσο οι ολάνοιχτοι ορίζοντες που ξανοίγονται ‘ς τα μάτια ανάμεσό τους εκεί.

Από καιρό ονειρεύομαι να πλέξω βιβλίον ολόκληρο γύρω ‘ς την ιδέα του ποιητή· εξ αφορμής του έργου που μας άφησε, και, πλατύτερ’ ακόμα, εξ αφορμής του νου που συμβολίζει ‘ς την πατρίδα μας ο Σολωμός, φιλοδοξούσα ν’ ανταμώσω και με τάξη να ξετιλύξω μέσα ‘ς το βιβλίο μου κάθε πρόβλημα καλολογικόν ή ιστορικό, γλωσσολογικόν ή μετρικό, ψυχολογικόν ή κοινωνικό, κάθε ζήτημα που θα μπορούσε να ξυπνήσ’ η μελέτη του νεώτερου ποιητικού μας λόγου. Έργο τέτοιον, ως την ώρα, δύσκολο να συντεθή και να τυπωθή δυσκολώτερο. Χαρά θα μου προξενούσε και μονάχ’ αν έφτανε ‘ς τα φύλλα τούτα που μου δόθηκαν εδώ για να συντροφέψω το τύπωμα των ποιημάτων του Σολωμού, το τύπωμα το φερμένο τώρα σε νέο φως από το μεγαλόβουλο Έλληνα της Οδησσού· αν έφτανε κάτι σαν ήσκιο στενό να σκορπίσω του πλατειού εκείνου ονείρου μου. Κ’ ευτυχισμένος θα ήμουνα τώρα κι αν κατώρθωνα κι όσα κατά καιρούς έτυχε να γράψω να μιλήσω για το Σολωμό, να τα ξαναχύσω εδώ πιο ανοιχτά, πιο μελετημένα, κάπως ρυθμικώτερα, εγκάρδια. Εγκάρδια· τονίζω τη λέξη· ο λόγος μου για τον ποιητή «που πότισέ μου την ψυχή, και χόρτασεν αμέσως» — καθώς λέει ένας του στίχος, δε θα ωρέγομουν εδώ πέρα να γεννηθή από την ατάραχη και την ανοιχτομμάτα παρατήρηση του κριτικού· θάθελα με μιας να προβάλη από του πιστού τη συγκίνηση. Γι’ αυτό και η γλώσσα μου, γλώσσα όχι της αναγνωρισμένης μας — καλά κακά δεν εξετάζω — πεζογραφίας, αλλά της λειτουργίας μας της ποιητικής. Κι ανίσως δε μου είχε ριζωθή ‘ς το νου πως ο πεζός μας λόγος ανάγκη, αγάλια αγάλια, όσο προβαίνει, να μορφώνεται κατά τη γλώσσα του ποιητικού, θα έδιν’ εδώ αφορμή ένα ξανατύπωμα των έργων του Σολωμού για να μου γεννηθή τέτοια γνώμη. Η καθιερωμένη της γραφής μας γλώσσα θα ήτανε κάτι παράτονο δίπλα ‘ς τη φωνή που βγαίνει μέσ’ από τέτοιο βιβλίο· κάτι παράταιρο με τη μνήμη εκείνου, που μας άφησε ‘ς το «Διάλογο» τη γλωσσική διαθήκη του.

Με τέτοια δέσποινα σκέψη ‘ς τα προλεγόμενα τούτα θα κοιτάξω να δώσω μια κάποιαν έννοια της ζωής και της ψυχής και του έργου του ποιητή, έννοια και της καλλιτεχνικής αξίας και της κοινωνικής επιρροής του έργου εκείνου, καθώς και του τρόπου σύμφωνα με τον οποίον έγινε το τύπωμα τούτο των ποιημάτων του. Ό,τι κάνω δεν είναι τόσο κριτικός λόγος για το τραγούδι του Σολωμού· πέστε το καλήτερα μια συνοδεία του τραγουδιού απάνω σε μια καθάρα αγάπης.

Α’.

Το 1798 ‘ς τη Ζάκυνθο γεννήθηκε [2]. Η χρονιά που πέθανεν ο Ρήγας. Η μοίρα σοφά σα να ταίριασε ‘ς το ίδιο κυκλοχρόνισμα το τέλος του εθνομάρτυρα με τα μεγάλα τα σαλπίσματα, το πρώτο γλυκοχάραμα του άλλου, που θα ταίριαζε τα μεγάλα τα σαλπίσματα μέσα ‘ς τη μουσική συμφωνία της Τέχνης. Οι πρόγονοί του ‘ς τη Βενετία ξανοίγονται πρώτ’ από τα 715, με τόνομα Βαρβολάνοι. Τόνομα Σολωμός [3] πρωτοφαίνετ’ επίσημα, το 1697, ‘ς ένα διάταγμα του Δόγη της Βενετίας. Μας γνωρίζετ’ από κει πως ο Ιωάννης Αρσένιος Σολωμός, με όλο του το σπίτι, πέρασεν από την Κρήτη, αφού την πήραν οι Τούρκοι, ‘ς το Μωριά. Προτού και ύστερα, ‘ς την Κρήτη, ‘ς τα Εφτάνησα, ‘ς το Μωριά, Σολωμοί ξεχωρίζουνε ‘ς τη δούλεψη της Βενετικής Δημοκρατίας. Σολωμοί στρατιώτες, νομικοί, ιερωμένοι, άρχοντες και κυβερνήτες, σε στεριά και θάλασσα· ακόμα κ’ ένας δόγης και μια αγία λαμπρύνουν το χρυσό γενεαλογικό τους δέντρο. Τον πατέρα του Νικόλαο εννιά χρόνων ήταν όταν τον έχασεν. Ύστερ’ από ένα χρόνο στάλθηκεν από τον επίτροπο του Μεσσαλά ‘ς την Ιταλία για να μορφωθή, συντροφευμένος από το διδάσκαλό του Ρώσση. Ο Ρώσσης, δυτικός ιερωμένος, είχε καταφύγει ‘ς τη Ζάκυνθο, διωγμένος από την πατρίδα του Κρεμώνα, για τα φιλελεύθερα φρονήματά του, ποτισμέν’ από τις ιδέες που παντού σκορπούσε τότε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Όμως οι πρώτοι Έλληνες διδάσκαλοι του μικρού Σολωμού ‘ς τη Ζάκυνθο είν’ ένας Κασσιμάτης, και ο Αντώνιος Μαρτελάος, άνθρωπος σοφός για την εποχή του, ποιητής, φιλελεύθερος, και πολύ παράξενος. Κάποιος βιογράφος του Σολωμού μας βεβαιώνει πως άκουσε τον Καραβίαν, έναν από τους πιο ύστερους διδασκάλους εκείνου, να ιστορή με πόσο ζήλον ο νέος μαθητής του μελετούσε τους αρχαίους Έλληνες ποιητάδες και ιστορικούς, και πως εσπούδαζε την Άγια Γραφή, και παθητικά μεγαλοφωνούσε απέξω τους ψαλμούς του Δαβίδ, τους θρήνους του Ιερεμία, και το μέγα ποίημα του Ιώβ. Έτσι και ‘ς την Κρεμώνα όταν επήγε, συνοδευμένος από το Ρώσση, για να τελειοποιηθή ‘ς την Ιταλική και ‘ς τη λατινική παιδεία, οι ιταλοί του διδάσκαλοι χαρά το είχαν βλέποντας πόσο ζωντανά και πρωτόφαντα το ξένο παλληκάρι από την Ελλάδα συνήθιζε να εκφωνή τους στίχους του Βιργιλίου· και γνωρίζομε πως ένας από τους διδασκάλους του ‘ς την Ιταλία, ενθουσιασμένος μετά τα πρώτα γυμνάσματα τού μαθητή σε λατινικούς και σε ιταλικούς στίχους, του έλεγε: «Ελληνόπουλο, θα περάσης το Μόντη μας!»

Ζωηρός και δυσκολοϋπόταχτος φαίνεται ο νέος. Από το λύκειο της Κρεμώνας αποφοίτησε κατά το Σεπτέμβριο του 1815. Σ’ ένα σχολείο της Βενετίας, που τον είχε βάλει προτήτερα ο Ρώσσης, για να τον έχη σιμά του, στάθηκεν αδύνατο να μείνη· δεν ημπόρεσε να συμβιβάση την ορμή της ψυχής του με την πειθαρχία του σχολείου. Της ορμητικής κ’ ελεύθερης εκείνης ψυχής, μας λένε οι βιογράφοι του, μόνος φράχτης ήτανε ο σοβαρός, ενάρετος, και φιλόστοργος Ρώσσης. Πρόσχαρος, την εποχήν εκείνη, και φιλοπαρατηρητικός, αγαπούσε να μιμήται ταξιογέλαστα των άλλων, και δυνατό είχε της φιλίας το αίσθημα. Κάποια ανέκδοτα της εποχής του αυτής μας φέρνουν άθελα ‘ς το νου κάτι από τα πρώτα χρόνια πολυτάραχων μεγάλων ποιητών, ως ο Μπάιρον και ο Σέλλεϋ. Το Νοέμβριο του 1815 γράφεται ‘ς της Παβίας το Πανεπιστήμιο, ‘ς τα νομικά· όμως προτού συμπληρώση τον τρίτο χρόνο της σπουδής του, γυρίζει ‘ς την πατρίδα του. Όχι με το δίπλωμα της νομικής, αλλά πλούσιος από την ιταλική σοφία και την ποίηση, που κατά τα χρόνια εκείνα έπαιρνε λαμπρά και ξανάνθιζε ‘ς τη γη του Δάντη και του Πετράρχη.

Βάρβαρος, καθώς ο ίδιος είπε σε κάποιο ιταλόφωνο ποίημά του, πάτησε το χώμα της Ιταλίας, όμως βάρβαρος δεν ήταν αφού το άφησεν. Η ιταλική ψυχή (τόσο της ελληνικής συγγένισσα), καθώς από μικρός μ’ εκείνη τρέφονταν, κ’ ύστερα μέσα ‘ς τον αέρα της έζησε, και τη γνώρισεν από σιμά και την εχώνεψε, του μόρφωσε τη φαντασία και του τόνωσε το φρόνημα· όμως φαντασία και φρόνημα ποτίζονταν και ζωντάνευαν κ’ έπαιρναν μια νέα χάρη ελληνική από την αισθαντική πηγή που ανάβρυζε μέσα του. Γενναίοι διδάσκαλοι εκεί, φυσώντας του έρωτες κ’ ενθουσιασμούς προς τα ελεύθερα και προς ταληθινά, θα του φώτισαν την εθνική συνείδηση, θα τον έκαμαν βαθύτερα να αισθάνεται τα πάτρια. Ξακουστοί τεχνίτες του λόγου θα πλάσανε το φιλολογικό του νου να λαχταρίζη για τα ωραία και για τα μεγάλα και με δίψ’ αχόρταστη σύνθημά του να παίρνη το λόγο του «Φάουστ»·

«Όλο και ψηλότερα!» Ανάμεσα ‘ς τους φίλους του και ‘ς τους γνωρίμους του της Ιταλίας, μαζί σοφοί λογογράφοι και παραδειγματικοί πολίτες, σαν το κριτικό Μοντάνη, άλλοι πάλι, εθνομάρτυρες, σαν το καθηγητή Ρέσση, που τη διδασκαλική του έδρα την είχε κάμει βήμα πατριωτικό, θα ξυπνήσανε το κριτικό του πνεύμα, και θα μιλήσανε ‘ς τη φλογερή του καρδιά. ‘Σ την Ιταλία τότε, πριν ως έθνος αναστηθή, πνευματικά αναστημένη από τον Παρίνη και από τον Αλφιέρη, από το Φώσκολο κι από το Μαντσόνη, γνωρίστηκε ‘ς το Μιλάνο με το Μόντη, τον περίφημο μεταφραστή του Ομήρου, πατριάρχη τότε των ιταλικών γραμμάτων. Δόθηκε συχνά αφορμή ‘ς τον Ιταλό να παρατηρήση την κλίση που είχεν ο νέος Έλληνας προς την κριτική σκέψη. Άγνωστον αν έπλεξε γνωριμία ‘ς το Μιλάνο με τον άλλο μεγάλο ποιητή, με το Μαντσόνη, τον αρχηγό του Ιταλικού ρωμαντισμού· ξεύρομε μόνον πως ο κερκυραίος Ανδρέας Μουστοξύδης, που τότε ‘ς το Μιλάνο βρίσκονταν, οικείος ήτανε του ενός και του άλλου. Το μόνο βέβαιον είναι ο ξεχωριστός πάντα σεβασμός του Σολωμού προς το Μαντσόνη, κ’ η ανταπόκριση της Μούσας του δευτέρου με τα καλλιτεχνικά ιδανικά του πρώτου· τουλάχιστο μ’ εκείνα που τον εσυγκινούσανε σε μια ωρισμένη περίοδο της ποιητικής εργασίας του. Πλούσιος από τέτοια παραδείγματα κι από τέτοια φρονήματα γύρισεν ο νέος Σολωμός, το 1818, ‘ς τη Ζάκυνθο.

Η Ζάκυνθος. Ανάμεσα ‘ς τα τόσα, ‘ς τα γοργά και τα διαβατικά που μας εντυπώνονται, και που τα γράφ’ η μνήμη και τα ξεγράφει, κάποιες ενθύμησες από τα πρώτα χρόνια, κρατειούνται πλέον επίμονα, απείραχτες από τον καιρό. Μια τέτοια ενθύμηση μου απομένει του τόπου που γεννήθηκεν ο Σολωμός, όταν επρωτοπέρασ’ από κείθε, παιδί. Διάβα γληγωρότατο, μιας ώρας μόλις· και ζωηρότατη εντύπωση κόσμου αγνώριστου ως τότε, ονειρευτού. Του αέρα ήταν η αξεθύμαστη μοσκοβολιά· άρχιζε ‘ς του νησιού το σίμωμα μέσ’ από το καράβι ακόμα, σα να μη χύνονταν η ευωδιά μονάχ’ από τα περιβόλια, σα να ήταν εκείνη το μοναδικό και το μυστικό χάρισμα γης και αέρα και ουρανού εκεί. Και ύστερα ήταν η θωριά που ξανοίχτηκε ‘ς τα παιδικά τα μάτια μου από ένα ψήλωμα του νησιού· είδ’ από κει, κι απάνω και κάτω και βαθειά, πολύ βαθειά, όσο που έφτανε η ματιά μου, μια πρασινάδ’ απέραντη, πρωτόφαντη, συνηθισμένος καθώς ήμουν από πλάση άλλης λογής, (ασημένιες αλατόσπαρτες γύμνιες αλυκών, ήσυχα βουρκοθρεμμένα ρήχη λιμνοθάλασσας με τους ολάνοιχτους ηλιοψημένους ορίζοντες), είδα σαν ένα βασίλειο του πρασίνου, σαν ένα απέραντον ειδύλλιον, επαγγελίας γη, ζωντανή από τότε πάντα μέσα ‘ς τη φαντασία μου. Και καθώς κρατώ ‘ς το νου μου από τότε τη φυσική ομορφάδα της Ζακύνθου, την ιδέα μόνο της ομορφιάς της, κάτι αόριστο και θαμπόν, όμως πιο γοητευτικό για με κι από τους ωραίους στίχους με τους οποίους δύο μεγαλόστομοι Ζακυθινοί, ο ιταλός Φώσκολος κι ο δικός μας Κάλβος λυρικά διαλάλησαν τις χάρες του νησιού που γεννήθηκαν, — έτσι κρατώ ‘ς το νου μου και τον ποιητή Σολωμό και τον φαντάζομαι σαν άνθρωπο που του δόθηκε να κλείση μέσα του και να ξεφανερώση, ζωηρότερ’ από άλλους και μελωδικώτερα, πρώτα πρώτα την ψυχή της χώρας του, των συντοπιτών του και τα χαρίσματα και τις αδυναμίες, και ν’ ανθίση εκεί ‘ς τη Ζάκυνθο, σε μια περίοδον ως δέκα χρόνων, ν’ ανθίση σαν ένα λουλούδι νοητό, καμωμένο με όλα τα φανταχτερά, μα ευκολόσβυστα, χρώματα και με όλα τα μεθυστικά τα αρώματα του ζακυθινού κάμπου. Μας παρασταίνεται ο μικρός λαός που ζη εκεί πέρα, σε ό,τι κατέχει πιο σημαντικό και πιο βαθύ από τη φύση γνώρισμα, σαν ένας λαός πλούσιος από αίσθημα κι από φαντασία· μα η φαντασία του, ευκολογύριστη, αλλάζει, το καινούριο ζητάει, και το αίσθημά του δεν αντέχει για πολύ ‘ς τα εμπόδια, και πέφτει. Ο Ζακυνθινός ανάφτει εύκολα, και γλήγορα κορώνει. Φαιδρός και παθητικός, αγαπάει τα γέλοια και τα μετωρίσματα, καθώς έχει περισσά τα δάκρυα· και θλίβεται από την ξένη δυστυχία πιο πολύ, παρ’ όσον από τη δική του. Μίμος και τραγουδιστής, εξέχει ‘ς τα πειράγματα· η καντάδα είναι το στοιχείο του. Γεννημένος μουσικός· δηλαδή κιθαριστής, πιο πολύ. Τα πιο γνωστά και πιο αγαπημένα τραγουδάκια του πολλού κόσμου, μέσα ‘ς τα στόματα εκείνων, που δεν ορέγονται πλέον την τραχεία πρωτόγονην αρμονία του κλέφτικου τραγουδιού, μήτε την αργήν ανατολίτικη παθητικότητα του αμανέ, και που ακόμα δε γνωρίστηκαν με τη σοφή και τη βαθειά μουσική των ευρωπαίων· τα τραγούδια τα καμωμέν’ από Λαγουϊδιάρηδες και Τσακασιάνους και τους ομοφύλους των, τα τονισμένα από τον Ξύνδα, σε μελωδίες ευκολοθύμητες ιταλικές, όλα, τραγουδιστάδες και μουσικοί και κιθαριστάδες, από τη Ζάκυνθο μας έρχονται. Ο Ζακυθινός είναι γεννημένος ποιητής· πιο πολύ αυτοσχεδιαστής, ή ποιητής. Ιστοριογράφος του λαού αυτού αναφέρει πως εκεί, γραμματισμένοι κι αγράμματοι, ‘ς τη χώρα και ‘ς τα χωριά, κρατούν έτοιμο το στίχο ‘ς το στόμα· καλημερίζονται κ’ ερωταποκρίνονται με στίχους, (καθώς εύκολα πετούνε τη βλαστήμια ‘ς του θυμού την ώρα)· και σημειώνει την απορία κάποιου άγγλου περιηγητή που ρώτησε για κάτι μια χωρική, κ’ η χωρική του αποκρίθηκε σε στίχους. Κι όπως είν’ εκεί φτηνά χυμένα τα ερωτικά παραπονέματα της καντάδας, τα «Στον τάφο μου απάνω» και τα «Πώς ημπορείς κι αλλάζεις την καρδιά σου», έτσι και ταναγελάσματα, και οι παρωδίες, αυτογέννητα πλούσια εκεί πέρα. Οι δύο γνωστότεροι σατυρικοί, προς τα τέλη του προπερασμένου και προς την αρχή του περασμένου αιώνα, ο αδιάντροπος Κουτούζης και ο ηθογραφικός Γουζέλης, από τη Ζάκυνθο μας έρχονται.

Ως τα 1828, που πέρασε ‘ς την Κέρκυρα, ζη εκεί και κλει ‘ς την ποιητική ψυχή του τη Ζάκυνθο, με την ολάνθιστη και την ανάλαφρη χάρη της ατμοσφαίρας της, με τη μοσκοβολιά της πνοής της, με το ξέγνοιαστο γοργοκύλισμα του τραγουδιού της, με την περιγελαστική της όρεξη και με το θηλυκό πάθος της. Ευκολοκοινώνητος τότε και ανοιχτόκαρδος. Είναι η ψυχή της συντροφιάς του· συντροφιάς από νέους, που αν ορέγονται τη μάθηση και τους στίχους, πιο πολύ ορέγονται να διασκεδάζουν με τους μωρόσοφους και ν’ αποτρελλαίνουν τους ελαφρόμυαλους. Αξιοθαύμαστος τύπος μωροσοφίας ο ιατρός Ροΐδης, η Μούσα της «Πρωτοχρονιάς» και του «Ιατροσυμβουλίου.» Πόσο πνεύμα και πόσους στίχους ξοδεύει ο Σολωμός για να γελάση με τους συντρόφους του ‘ς τη ράχη του Ροΐδη! Κ’ έξαφνα όταν εκείνος, μέσα ‘ς τη βροχή των κακών στίχων που γεννοβολούσε, τύχαινε ν’ αστράψη και δύο τρεις της προκοπής, ο Σολωμός, σαν αγνός Ζακυθινός που ήταν, ευκολομετάβολος κ’ ευκολοενθουσίαστος, έπαυε τα γέλοια κ’ έτρεχε και φιλούσε το Ροΐδη! Είναι η εποχή που αυτοσχεδιάζει ξέγνοιαστα για τους φίλους πότε ιταλικά σοννέτα, στιχουργήματα περιστατικά, απάνω σε δοσμένες ρίμες, πότε σάτυρες, σαν το «Όνειρο» και σαν τη «Πρωτοχρονιά»· σάτυρες που θ’ αναγνωρίζεται πάντα η κοινωνική τους, η λαογραφική, η ηθοποιητική, (αν όχι και η ποιητική, καθώς εννοούμε την ποίηση την υψηλή) σημασία. Αν κι’ αρχίζη από τότε να κυριεύη το νου του η φροντίδα μιας πιο ευγενικής και σπουδαιότερης ποιητικής τέχνης ελληνικής, σταλασμένης πάντα «από ζωντανές φωνές, όχι από βιβλία», καθώς θάλεγεν ο Θωμαζέος, όμως ακόμα στέκει αναποφάσιστος. Κάπως θυμίζει, κατά την εποχή εκείνη, μερικούς συμπατριώτες του αγιογράφους που πολεμούσανε να ταιριάσουν ‘ς τις εικόνες τους το φράγκικο τρόπο με τη βυζαντινή παράδοση. Καλά δεν ξέρει ακόμα ποιος ο δρόμος του· θα τραβήξη εμπρός για να χαράξη τη νέα ελληνική ποίηση, ή θα μείνη ο στιχοπλέχτης ο ιταλόφωνος, μαθητής του Φωσκόλου, ή θαυμαστής του Μαντσόνη, κ’ ύστερ’ από λίγο ίσως εκείνων ισόπαλος; Πιο πολύ προσέχει τότε ‘ς τους ιταλικούς του στίχους. Ο Τρικούπης, νους από τους πιο μορφωμένους και τους κριτικώτερους του καιρού του, σαν άξιος φίλος του στέκεται και σαν αγαθός δαίμονας. Του καθαρίζει τη φιλολογική συνείδηση από κάθε σύγνεφο δισταχτικό, ξάστερα τον κάνει να ξανοίξη τον προορισμό του. Μην ονειρεύεσαι περίλαμπρό τόπο ‘ς τον Ιταλικό Παρνασσό· η μοίρα σου έγραψε να βάλης τα θεμέλια της εθνικής μας Τέχνης. Ο γάλλος Fauriel, σοφός ανθολόγος και φωτεινός εξηγητής της αυτοφύτρωτης χλώρης των εθνών, πλασμένος για να εμπνέη και για να δυναμώνη δημιουργικά πνεύματα, και αρχηγούς φιλολογιών, σαν το Μαντσόνη και σαν το Σολωμό, δεν του φανερώνει μόνο την αγνή ομορφιά, που δροσοσταλάζει ‘ς τα κλέφτικα και ‘ς τάλλα δημοτικά τραγούδια μας· τον κάνει να υπερηφανεύεται και για τη χαριτόβρυτη γλώσσα των τραγουδιών εκείνων· της γλώσσας αυτής δεν της λείπει παρά η φροντίδα και ταδιάκοπο το δούλεμ’ από τους γραμματισμένους του Έθνους για να γίνη σοφός λόγος και γεννήση πλούσια και ζηλεμένη Τέχνη [4]. Το Εικοσιένα έρχεται με ταναστάσιμα του Γένους καρυοφύλλια και με μια λύρα πινδαρική. Από την ίδια λύρα του πατριωτικού ενθουσιασμού διαφορετικές αρμονίες προχύνουν δυο τεχνίτες άμοιαστοι, και όμοια δυνατοί, τέκνα και οι δυο της Ζακύνθου· ο Κάλβος και ο Σολωμός. Το δράμα της ελευθερίας, «βγαλμένης απ’ τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων», μια «Ελλάδα λαμπρότερη, μακρυάθε τα βουνά της υψώνοντας απάνω από κύματα γαληνότερα», καθώς τη βλέπει προφητικά ο άγγλος Σέλλεϋ, συγκινεί και μαγνητίζει την Ευρώπη, όπου διαλεχτά αισθήματα και μεγάλες ιδέες. Ο μεγαλοφάνταστος ρομαντισμός των Μπάιρον και των Ουγκώ παίρνει το πρώτο γοργό φύσημά του ανάερα φερμένος μέσα σε ρεύμα παγκόσμιου φιλελληνισμού. Και η Μούσα του Σολωμού κατεβάζει από τα χείλια της την απλήν αρκαδική φλογέρα· μ’ αυτήν είχε αρχίσει να λέη τη χαρά της και τον πόνο της μέσα ‘ς τη δροσιά και μέσα ‘ς το φως του γύρω κόσμου· τη φλογέρα της Ανθούλας του, της Ευρυκόμης του, της Ξανθούλας του, της Ορφανής του, της Άνοιξης και του Καλοκαιριού του Μεταστασίου· κ’ αφίνει παράμερα και τον άλλον εκείνο, τον ελεφαντένιο και πιο λεπτόφωνον αυλό της Τρελλής Μάννας του, των Δυο Αδερφιών του, της Ψυχούλας του, της Ωδής του Πετράρχη. Η Μούσα του μεταμορφώνεται· φαντάζει ‘ς τανάστημα με την ίδια την Ελευθερία· είτ’ εκείνη υμνολογεί, είτε μοιρολογάει το Μπάιρον νεκρό, σαν τον πύργο μεγαλώνει, γληγορώτατα αναδεύει τα αιθερόλαμνα φτερά, τόλμην πίνει ο οφθαλμός της, ύμνων και παιάνων γίνεται πηγή πολυόργανων. Από τότε ο ποιητής ξανοίγει και πολεμάει να ζήση το θαυμαστό πρόγραμμά του: «Κλείσε μέσα ‘ς την ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη κάθε είδος μεγαλείου.» Και καθώς ο ποιητής δεν κρατεί το ποτήρι ‘ς τα λουλούδια, μα προβαίνει κ’ εκφωνεί τραγούδια φιλελεύθερα «σαν τον Πίνδαρο», φιλελεύθερα ξεσπαθώνει, όπως για τη ζωντανή πατρίδα, έτσι και για τη γλώσσα τη ζωντανή· μήτε που ξεχωρίζει την εθνικήν ιδέαν από την ιδέα τη γλωσσική. Με στίχους του Δάντη, πρωτοπλάστη μαζί της εθνικής τέχνης, της εθνικής ιδέας, της εθνικής γλώσσας, επιγράφει τον Ύμνο προς την Ελευθερία· με στίχους του Δάντη επιγράφει το Διάλογο μεταξύ «Ποιητή, Φίλου, Σοφολογιωτάτου.» Δεν έχω τίποτε άλλο ‘ς το νου μου, λέγει ο Ποιητής του Διαλόγου, «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα.» «Αμύνεσθαι περί πάτρης» μπορούσε ακόμα, με το ρητό του Ομήρου, να σημειώση και τη γλωσσολογική του πολεμική, καθώς θα κάμη, μισόν αιώνα ύστερ’ από κείνον, ένας άλλος πρόμαχος της γλώσσας μας. Όμως ακόμα, και κάτω από την ωριμώτερη τούτη περίοδο της φαντασίας του, πάντα κρύβεται ο ζακυθινός τύπος, ο απαλός και κάπως θηλυκότροπος αισθηματίας, ο κιθαριστής και αυτοσχεδιαστής. Την ψυχή του ωραίου νησιού την εκυρίευε τότε, και νύχτα μέρα την έκανε να σπαρταρίζη η τύχη της όλης Πατρίδας, ‘ς το Μωριάν αντίπερα και ‘ς τη Ρούμελη πέρα, που αγωνίζεται. Το Μισολόγγι! Του ηρωικού αποκλεισμού του η αγωνία αντιχτυπάει ‘ς το λαό της Ζακύνθου. Οι αντίλαλοι των κανονιών, από τα Μισολογγίτικα ρήχη, ως εκεί φτάνουν. Από τα γυναικόπαιδα των Μισολογγιτών, «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού», γεμάτοι οι δρόμοι και τα καντούνια της χώρας. Ο ποιητής σε μια πεζογραφική σελίδα του, περισωσμένη απάντεχα, εμπνέει και ‘ς εμάς τη συγκίνηση που του γεννούσανε τότε τα πρόσωπα και τα τριγυρίσματα εκείνα. Σε μια εξοχή της Ζακύνθου, προς το μεσημέρι, με το άκουσμα των κανονιών, ο ποιητής πρόβαλεν από το σπίτι του και ‘ς ένα λόφο ανέβηκε, και τα χέρια ύψωσε και δυνατά φώναξε: «Βάστα, καημένο Μισολόγγι, βάστα!» Κ’ έκλαιγε. Κ’ ένα βράδυ αστρόφεγγο, ‘ς τη ρίζα μιας ελιάς καθισμένος, έκοβε την πολύωρη σιωπή του για να ειπή του δούλου του: «Τι να γίνωντ’ εκεί κάτου τώρα τ’ αδέρφια μας;» Και ο δούλος τον είδε και τότε να δακρύζη. Κι άλλη μια φορά ο αφέντης του έδωκε το φαγί του να το μοιράση ‘ς τους χωριάτες, λέγοντας: «Την ώρα τούτη πόσοι πεινάνε ‘ς το Μισολόγγι! Δε θέλω περιστέρια!» Κ’ έφαγε ψωμί κ’ ελιές. Τον Witmann, ακουστόν Αμερικανό ποιητή, που μεγαλόφωνα αντιλάλησε ‘ς τους στίχους του την πατρίδα του και τα πολεμικά της τρόπαια, κατηγόρησεν ένας κριτικός συμπατριώτης του πως τον πόλεμο που τραγούδησε τον εγνώρισεν όχι ‘ς του πολέμου τους κάμπους, αλλά ‘ς τα νοσοκομεία του πολέμου, θα μπορούσε να στοχαστή κανείς· παλληκάρι χρόνων ως εικοσιπέντε, σαν το Σολωμό τότε, άνεργα έκλαιγε, και του έφτανε να θυσιάζη μακρυάθε τα περιστέρια του. Παλληκάρι, τράβα ίσια εκεί κατά τη φωτιά και πρόσφερε το χέρι και το αίμα σου! Τέτοιος στοχασμός, όσο κι αν κριθή εύλογος από μιας αρχής, δε μπορεί να κρατηθή σε βαθύτερο βασάνισμα. Και μήπως η Ιδέα δεν είναι δύναμη, και μήπως δεν υπάρχει για την τιμή των πραγμάτων ένας υψηλότερος κύκλος, κύκλος που μέσα του λείπει το ξεχώρισμα της θεωρίας από την πράξη, και που μέσα του ο λόγος είναι το βλαστάρι της ενέργειας και που ένα καλλιτέχνημ’ αξίζει ίσα με μιαν ανδραγαθίαν; Ο Σολωμός αν δεν εκράτησεν όπλο, με τη λύρα πλήρωσε το μεγάλο φόρο προς την πατρίδα. Φτάνει πως έγραψε τότε τον Ύμνο και την Καταστροφή των Ψαρών, και πως από τότε χτύπησε ‘ς τη φαντασία του, μαγεμένη από το επικό μεγαλείο του πεσμένου Μισολογγιού, το ποίημα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων.»

Το 1826 έρχετ’ ένα δράμα να προσθέση νέα χορδή ‘ς τη λύρα του και με νέα δάφνη να του στολίση το κεφάλι. Η αισθαντική ηρώισσα που πήρε το φαρμάκι, (Μαρία Παπαγεωργοπούλου τόνομά της), «φοβούμενη, μας είπανε, μήπως από του πάθους τη σφοδρότητα κινδυνέψ’ η τιμή της», δεμένη φαίνεται πως ήταν με τον ποιητή μ’ ένα εγκάρδιο δεσμό· «αγνή φιλία» την ονομάζουν — με κάποιαν αφέλειαν — οι βιογράφοι του. Το πασίγνωστο τραγούδι της Φαρμακωμένης, τόσον υψηλόν όσο και απλό, συνθεμένο με όλη την εύγλωττη ζέστη της απολογίας, με όλη την κατάνυξη της προσευχής, ήταν ο τελευταίος ποιητικός και κοινωνικός μαζί θρίαμβος του Σολωμού μέσα ‘ς τη Ζάκυνθο· έγραψεν ένα ποίημα καινούριο τότε ‘ς το είδος του και σκέπασε με λευκότατο πέπλο τη μνήμη μιας δυστυχισμένης. Όμοια, ένα χρόνον ύστερ’ από τότε, ο τελευταίος φιλολογικός και ρητορικός θρίαμβός του ‘ς την Ζάκυνθο ήταν ο λόγος που’ έβγαλε ‘ς την εκκλησίαν εξ αφορμής του θανάτου του Φωσκόλου. Η Ζάκυνθος το είχε καύχημα πως ο δοξασμένος εκείνος Ιταλός, «γνήσιο πνευματικό παιδί της Αθήνας και της Ρώμης», καθώς τον είπεν η Δώρα Δίστρια, βλαστός Ελληνοπούλας μητέρας, της Ζακύνθου ήτανε γέννημα και ψάλτης. Ο Σολωμός, θαυμαστής του Φωσκόλου, ‘ς ένα ιταλικό σοννέτο τραγούδησε τον περίτρανο πόθο του «να γεννηθή και ‘ς την Ελλάδα ένας που να του μοιάζη»· ‘ς το εγκώμιο, μέσα εκεί ‘ς την εκκλησιά, ξεδίπλωσεν όλη του τη δύναμη με την οποίαν εκυρίευε και μεταχειρίζονταν την Ιταλική γλώσσα. Γνώριμός μας ιταλός ποιητής, ο Ρεγάλδης, τον Ιταλικό λόγο του Σολωμού τον έλεγεν «ακαδημαϊκό μελετημένο, με φράσην όλη ομορφιά, γιομάτην από πλούσιες και ζωντανές εικόνες». Όπως και ο ιταλικός στίχος του Σολωμού — μας λέν’ οι ιταλογνώστες — θρεμμένο δείχνει τον ποιητή του με τη μελέτη των κλασσικών της Ιταλίας. Όσοι άκουσαν τότε το λόγο του για το Φώσκολο, ξεχάσανε πως βρίσκονταν μέσα σε ναό και χειροκρότησαν το ρήτορα. Κ’ έτσι έκλεισεν ο Σολωμός τον πρώτο κύκλο της φιλολογικής του ζωής. Το 1828 πέρασε ‘ς την Κέρκυρα.

Η Κέρκυρα. Της Ελληνικής παιδείας εκείνη τότε ο πλέον επίσημος σταθμός. Η Ακαδημία εκεί με ακουστούς διδασκάλους. Ξένοι φιλόλογοι από τη Δύση κρατούν εκεί της ελληνικής ψυχής τα μάτια ανοιχτά προς το φως το απέξω. Αέρας πνέει ζωοδότης από τα ιταλικά πελάγη· ο φιλολογικός και ποιητικός φιλελληνισμός του Θωμαζέου και του Ρεγάλδη ευγενικά αναδίνει τάνθια του, ύστερ’ από τα αιματοκύλιστα λουλούδια του ηρωικού φιλελληνισμού σαν εκείνο που φύτρωσε ‘ς τις καρδιές του Σανταρόζα και του Μάγερ. Ο κόσμος εκείνος πλέον ταιριαστός με τη διανοητική δίψα του Σολωμού. Ο νους του σε κίνησην αδιάκοπη, τραβάει μπροστά. Στη Ζάκυνθον ο αισθηματικός τραγουδιστής, ο λαφρόφτερος και αστείρευτος αυτοσχεδιαστής, ο ευκολοκοινώνητος, ο εγκάρδιος. Το ζωηρό αίσθημα, με τους απαλούς θρήνους, με τα σκληρά κάποτε γέλοια, με την ποίηση που ξεχωρίζετ’ εύκολα πότε με του ειδυλλίου την τρυφερή, στερεότυπη κάπως, απλότητα, πότε μ’ ένα μοιρολόγι, πότε με το λυρισμό, και με τη ρητορεία κάποτε, της ωδής, πότε μ’ ένα ερωτικό αναστένασμα, πότε με μια σάτυρα και παρωδία. Στη Ζάκυνθον ο κηρυγμένος θαυμαστής της Ιταλικής τέχνης. Στην Κέρκυρα κάποιο νέο πρόγραμμα ξετυλίγετ’ εμπρός του σαν από νέα ιδανικά, μιας ζωής κάπως πιο μοναχικής, πιο σπουδαστικής, πιο δυσκολοξάνοιχτης, και πιο σοφής. Νέα ιδανικά; ίσως δεν ταιριάζει τόσο ο λόγος. Στην Κέρκυρα βλέπει σιμώτερά του κ’ εργάζεται συστηματικώτερα να τα κάμη δικά του τα ιδανικά εκείνα που νεώτερος και ‘ς έναν άλλον αέρα, και προτού καθαρώτερα τα ξανοίξη, πάντα τα είχε μέσα του. Από τα νεανικά του χρόνια, όσο κι αν ήτανε κοινωνικός, όσο κι αν ξεχύνονταν σε στίχους της στιγμής και σε μετωρίσματα, σε ζωηρές συντροφιές ανάμεσα, πάντα έστεκε ο ξεχωριστός, ο μόνος. Το εξαφνικό λάλημα μιας φλογέρας, καθώς τάκουσε μια μέρα που περιπατούσε ‘ς την εξοχή μ’ ένα φίλο του, και τον έκαμε να ενθουσιασθή, και να γυρίση προς το φίλο του και να του κράξη «Τι αισθάνεσαι;» εκεί που ο φίλος του ψυχρότατα του αποκρίθη· «Τίποτε!», — σημαντικό παράδειγμα είναι, ανάμεσα σε άλλα, της ξεχωριστής ψυχής του, που δεν εύρισκε ανταπόκριση ‘ς τους άλλους. Και μέσα ‘ς το ανάβρυσμα του αισθήματος ο κριτικός νους, εκείνος που σαν Αθηνάς χαλινάρι ξέρει να συγκρατή τον Πήγασο της Φαντασίας, από τα νέα του χρόνια — σπουδαστής ακόμα ‘ς την Ιταλία — του συγνέφιαζε το μέτωπο. Το γνωρίζομε από τη θαρρετή του απάντηση — δεν ήταν ίσως ακόμα είκοσι χρονών — προς το Μόντη. «Δεν πρέπει κανείς να συλλογίζεται τόσο, του έλεγεν ερεθισμένος ο Ιταλός· πρέπει να αισθάνεται, να αισθάνεται!» Και ο νέος από την Ελλάδ’ Απολλωνίδης του απαντούσε· «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβη ο νους, κ’ έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθή όσα ο νους εσυνέλαβε» [5]. Και πριν αποκατασταθή ‘ς την Κέρκυρα, και την εποχή που σκόρπιζε ταυτοσχέδια, γνώριζε πως ο τεχνίτης θέλει καιρό και κόπο για να φτάση σε μια κορφή, δόξαζε κ’ εκείνος πως η υψηλότερη λειτουργία του ποιητή είνε μια λειτουργία φιλοσοφική, κ’ έγραφε σε μια σημείωση του προς τον Μπάιρον ποιήματος, από το 1824: «Η δυσκολία, την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας (ομιλώ για το μεγάλο συγγραφέα) δε στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της Τέχνης» [6]. Αλλά το νόημα της Τέχνης πολύ δύσκολο να το καταλάβη και δικό του να το κάμη ο ποιητής μέσα ‘ς το θόρυβο του κόσμου, ‘ς την παραζάλη της κοινωνικής ζωής. Έγραφε ο Γκαίτε, ύστερ’ από το ταξίδι του ‘ς την Ιταλία· «Κι ο φιλότεχνος που θέλει να σπουδάση, καθώς οι ζωγράφοι, και οι αγαλματοποιοί, και οι αρχιτέκτονες, δουλεύει ‘ς τη μοναξιά για χαρές που μόλις είναι οι άλλοι σε κατάσταση να μοιραστούνε μαζί του». Κι ο Σολωμός έγραφε το 1830 από την Κέρκυρα προς τον πατέρα του ποιητή Μαρκορά: «Είναι γλυκό μέσα ‘ς την ησυχία του μικρού δωματίου να καταστρώνη κανείς ό,τι μέσα λέγει η καρδία. Και η ιδέα μόνη του επαίνου, όταν αυτός μας παρουσιάζεται υπέρμετρος, ταράζει εκείνη την ηδονή, και κάποτε σπρώχνει προς το χειρότερο. Αυτή η ηδονή πρέπει να είναι αθόλωτη». Κ’ ύστερ’ από ένα χρόνο, πάλι ‘ς τον ίδιο έγραφε και υμνολογούσε την ευτυχία της μοναξιάς: «Δεν ζη κανείς καλά παρά μόνος. Από τα τρυφερά μου χρόνια μου έκαμε πάντοτ’ εντύπωση ο χωλός εκείνος θεός που είχε ρίξει από τους ουρανούς η μητέρα του· έστεκε μέσ’ ‘ς τον κόρφο της θάλασσας δουλεύοντας δίχως κανείς να τον βλέπη, δίχως αυτός άλλο ν’ ακούη ‘ς τη σπηλιά του τριγύρω πάρα μόνο το απέραντο πέλαγο που βοούσε».

Κάποια μέρη της Κερκύρας ένας καλλιτέχνης ιστοριογράφος [7] «φυσική Εδέμ, τα ωνόμασε, που δεν περιγράφεται με λόγια η γαλήνη και η ευδαιμονία της». Τρανός φυσιολόγος φιλόσοφος, ο Χέκελ, πως θα ήθελεν, είπε, να ζούσε και να πέθαινε ‘ς ένα χωριό της Κερκύρας! Μια μυστική δυσκολονόητη Μούσα, η Ελισάβετ της Αυστρίας, έστησεν εκεί ροδόσπαρτο το μνήμα του αγαπημένου της ποιητή [8], και ‘ς ένα βράχο του νησιού γλυκογέρνοντας ανάπνεε μαζί την ήσυχην αύρα και την ιερή του ποιητή ανάμνηση. Στον τόπον εκείνον η ομορφιά, καθώς το παρατήρησαν, πλασμένη να συγκινήση την ποιητική φαντασία πιο πολύ από τη φαντασία του ζωγράφου. Και καθώς κανένας άνθρωπος μεγαλουργός δε γιομίζει την ιστορία του νησιού, από ταρχαία ως τα νεώτερ’ ακόμα χρόνια· καθώς καμμιά υπέροχη ιστορική μορφή δε βασιλεύει απάνω ‘ς την πνευματική ζωή των Κερκυραίων· και πρέπει να τραβήξουμε πίσω βαθειά ως το μυθικό καιρό και από τον Όμηρο να δανειστούμε γλυκόπνοα μόνο ιδεώδη πλάσματα, έναν Αλκίνοο, μια Ναυσικά, ένα Δημόδοκο, — έτσι το Ομηρικό τραγούδι κρατάει εκεί δυνατότερα κι από κάθε άλλον τόπο τα σημάδια του, έτσι κ’ η αρμονία η ομηρική ζωηρότερα φανερώνεται μέσα ‘ς το φως που εμψυχώνει και ‘ς την ησυχία που αναπαύει τη φυσική καλλονή εκεί πέρα. Γαληνή και όλη από την αντικειμενικότητα εμπνευσμένη η ποίηση του Ομήρου [9], σα νοητός ουρανός τάχα δεν απλώνεται ‘ς τον αέρα του τόπου που διάλεξε να ζήση ο Σολωμός ; Ποιος ξέρει κι’ αν αυτός ο ουρανός, φανερωμένος ‘ς τα μάτια της ψυχής εκείνου, «ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα», δε στάθηκε κι αυτός αφορμή να παρακινήση και να δυναμώση τον ποιητή, (που πάντα μελετούσε και ζητούσε), προς το μεγάλον όνειρο μιας τέχνης μαζί απλής και βαθειάς, δημοτικής και αριστοκρατικής, βαφτισμένης «’ς την διπλή κολυμπήθρα του αισθήματος και της φαντασίας», όμως γαλήνιας και αντικειμενικής. Σημειώνει ‘ς τα Προλεγόμενά του ο Πολυλάς: «Το έργον του εις την Τέχνη, καθώς και εις τον υψηλόν προφορικόν λόγον του, ήταν μια αυθόρμητη αδιάκοπη προσπάθεια να σβύνη την προσωπικότητά του μέσα εις την απόλυτη αλήθεια [10]». Ο ίδιος όμοια αναφέρει πως εύρισκε μονάχα ‘ς τα Ομηρικά ποιήματα ο Σολωμός το αθάνατο παράδειγμα της αρχαίας Τέχνης, και πως παράσταινε εικονικά το δυσκολονόητο βάθος της Οδύσσειας μέσα ‘ς τη φαινομενική της απλότητα. Τα οχτώ και είκοσι γρόνια, που έζησε ‘ς την Κέρκυρα, φαίνεται πως τα γιομίζει ένας αγώνας για πλαστουργίαν έργου διαφορετικού κι από τον ειδυλλιακό και τον ελεγειακό τόνο των πρώτων τραγουδιών κι από τους πινδαρισμούς των Ύμνων, ακόμα κι’ από τη Βυρωνική μαζί και Δάντειαν ανατριχίλα του «Λάμπρου». Βάλθηκε σάρκα να δώση ‘ς την ιδέα του: «Κλείσε μέσα ‘ς την ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου.» Το έργο του της εποχής της Κερκύρας αληθινά βλέπει προς κάθε είδος μεγαλείου· όργανο προς τούτο μεταχειρίζεται την ιδέα· και η ιδέα προβάλλει σχεδόν πάντα, είτε από την ιστορία, είτε από τη φύση την ελληνική· από τον «Κρητικό» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ως τον «Πόρφυρα» και το Carmen Seculare. Κι ακόμ’ από τα ελληνικά την πρώτη ορμή λαχταρίζει να πάρη, για να ξανοίξη τα καθολικά και να υψωθή ως εκείνα. Εύλογα, για τέτοιο ποιητή που ονειρεύεται να σκαρφαλώση ως την κορφή κάποιου θείου ιδανικού, να τραγουδήση, καθώς λέει ο Καρδούτσης για το Δάντη, «τα υψηλότατα της ζωής, τα υψηλότατα των ανθρώπων, τα υψηλότατα των ψυχών μυστήρια, όχι της δικής του ή αυτής ή εκείνης της ψυχής, αλλά κάθε ψυχής», δεν είναι αρκετά μήτε του αισθήματος η ζέστη, μήτε του πάθους η ορμή, μήτε του λογικού το λυχνάρι, μήτε της ατομικής του ζωής η εξομολόγηση. «Πόρρω ηδονής ίδρυται και λύπης το θείον», είπεν ο αρχαίος φιλόσοφος, κ’ έτσι σαν ένα θείο ναόν εφιλοδόξησεν ο φιλόσοφος ποιητής να χτίση το έργο του για του ιδανικού τη λατρεία, όχι για το φανέρωμα της ευαισθησίας του της υποκειμενικής. Σημειώνω το ξεχώρισμα που κάνει των ειδών της ποιητικής φαντασίας ένας από τους περασμένους γάλλους κριτικούς, ο Villemain. Είναι, κάπου λέγει, η φαντασία η πνευματικώτερη και πιο μεγαλόφτερη, που πλάθει ό,τι δεν είδε, που με τη δύναμη του νου κοινωνεί προς ιδέες και προς αισθήματα, χωρίς να τα γνωρίζη από την πείρα· ο κόσμος, που δημιουργεί, δεν πηγάζει από τα πράγματα που την περικυκλώνουν· ο ποιητής τότ’ εργάζετ’ έξω από τον εαυτό του, έξω από τον κύκλο της ζωής του· παράδειγμα ο Σαίξπηρ. Και είναι και η άλλη φαντασία, υλικώτερη και πιο περιωρισμένη· για να ενεργήση, ανάγκην έχει να την ερεθίση η πραγματική ζωή. Ο ποιητής τότε δεν είναι δημιουργός· πάσχει, και με λαμπρά και με ονειρευτά χρώματα εξωτερικεύει τον πόνο του· παράδειγμα ο Μπάιρον [11]. Ο Σολωμός τυχηρό δεν εστάθηκε να μας αφήση μέγα και τέλειο έργο, σαν εκείνο που κληρονόμησαν οι αιώνες από το Δάντη· όμως, καθώς εκείνος, δόξασε την ποίηση ‘ς την πατρίδα του, και την πατρίδα του δόξασε με αυτή· κι αξίζει να μπη ‘ς τη γραμμή με τους τεχνίτες εκείνους που, καθώς εξήγησεν ο γάλλος κριτικός, δημιουργικά εργάζονται, έξω από τον εαυτό τους.

Η αντικειμενική φαντασία του Σολωμού καθαρά δείχνεται ‘ς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τη γυναίκα ‘ς το έργο του. Από τα πιο νεανικά του τραγουδάκια ως τα πιο καλοδεμένα του μεταφυσικά κομμάτια, αν εξαιρέσουμ’ ένα ή δύο, ασήμαντα σχεδόν, η γυναίκα δε φανερώνεται μέσα τους με λυρισμό καθάριο· πάντα με κάποιον επικό η δραματικό τόνο, ξεχωρισμένη από το εγώ του. Τίποτε που να μοιάζη προσωπικήν εξομολόγησην, ερωτικό καρδιοχτύπι. Το μόνο ερωτικό ποίημα, που φαίνεται άμεσα εκστατικό το εγώ του ποιητή, είναι μεταφρασμένο από τον Πετράρχη. Όμως κ’ έτσι, ύμνος αισθηματικός και συγκινητικός αναδίνεται προς την ομορφιά και την ιδέα της γυναικός, από τους απλούστερους και τους παθητικώτερους στίχους της Αγνώριστης και της Φαρμακωμένης, ως τα ποιήματα, σημαντικά της δεύτερης εποχής του, τα μυστικά και μουσικά της Μοναχής, του δραματικού Κρητικού, της βοσκοπούλας του Carmen Seculare, της Φαρμακωμένης ‘ς τον Άδη», των γυναικών του Μισολογγιού. Και πόση η μεταβολή από την παθητική και την ανθρώπινη παρθενιά της Φαρμακωμένης, ως τον παρθενικόν υπεράνθρωπον ήσκιο της Φαρμακωμένης ‘ς τον Άδη· από το βουκολικό θρήνο της πεθαμένης «Ορφανής» ως το υπερούσιο γονάτισμα ‘ς τον τάφο της Αιμιλίας Ροδόσταμου· από την αφελή ερωτική παρακίνηση προς την Ανθούλα ως τη σεμνή πλαστικότητα του θαυμασμού προς την ομορφάδα της Φραγκίσκας Φραίζερ! Και όπως λίγα πράγματα της εξωτερικής ζωής του Σολωμού μας είναι καθαρά γνωστά, περισσότερο μας έμειναν άγνωστα και ο τόπος που θάπιασε ‘ς τη ζωή του και ο πόθος που θα ξύπνησε ‘ς την καρδιά του η αγάπη και το όνειρο της γυναίκας, μέσα ‘ς το δράμα της νεώτερης Τέχνης θρησκευτικής πρωταγωνίστριας με σεραφικά φτερά ή με μάγεμα Εωσφόρου, από τον καιρό του Δάντη ως τον καιρό του Γκαίτε. Μόνο να ειπώ θα μπορούσα· όπως η ερωτόπαθη φίλη του, η Μαρία Παπαγεωργοπούλου, συγκίνησε με την τραγική της τύχη τα βαθειά της καρδιάς του, όμοια φαντάζομαι πως θα του ξύπνησε αργότερα, αφού του πέρασεν η νιότη, της φαντασίας κάποιο υψηλονόητο ανατρίχιασμα η αιθερόπλαστ’ εικόνα της Φραγκίσκας Φραίζερ. Κόρη του άγγλου γραμματικού του λόρδου αρμοστή, ταίριαζε το βεργόλιγνο κορμί προς μίαν άκρα φροντίδα καλλιτεχνικής παρουσίας και ξεχωριστής ανάμεσα ‘ς τον κόσμο· συνήθιζε να φαίνεται ‘ς τανοιχτό αμαξάκι της ωραία στολισμένη· πάντα ασπροφορούσε κι όλο λουλούδια κρατούσε γοργοπερνώντας. Όσο για τον ποιητή, τονε θυμούνται ακόμα ‘ς την Κέρκυρα κατά τα χρόνια εκείνα, ντυμένον όμοια καλοκαίρι χειμώνα· ψηλό καπέλλο, σακκάκι, πανταλόνι φανελλένιο· περπατούσε τακτικά ‘ς τη σπιανάδα· προς το μεσημέρι συχνοφαίνονταν έξω· αψηφούσε το λιοπύρι· ευερέθιστος, όχι και πολύ γλυκομίλητος προς τους μεγάλους, όλη των τρόπων του την καλωσύνη την εξώδευε με τα παιδάκια· να παίζη μαζί τους αγαπούσε και να τους παίρνη γλυκίσματα. Μια παλιά φωτογραφία τονε δείχνει με τα μαλλιά προς τα επάνω χτενισμένα φουντωτά, ξέσκεπον όλο αφίνοντας πλατύ θολωτό μέτωπο, σε μακρουλό με γιομάτα, πλαδαρά κάπως, μάγουλα πρόσωπον, αμούστακο και αγένειο, πηγούνι σε λεπτοχάραχτο λακκάκι τελειώνοντας· μακρυό στόμα με φτενά κυματόγραμμα σφιχτοκλεισμένα χείλη, μύτη κανονική προς το γρυπό, με ανοιχτά σαν τρεμουλιαστά ρουθούνια, μύτη και στόμα σα να είν’ έτοιμα να μαρτυρήσουνε μια κάποια πίκρα φροντισμέν’ αποκρυμμένη, με όλη τη ρυτίδα μιας ανησυχίας νευρικής προς ταριστερά του μετώπου, απάνω από το μάτι· μάτια μεγάλα στρογγυλά σαν καρφωμένα αφηρημένα σε μια σκέψη. «Το μάτι του Σολωμού, γράφει ο Κερκυραίος κ. Καλοσγούρος, ‘ς τες συχνές στιγμές του υψηλού του ενθουσιασμού, χωρίς να είναι φυσικά μαύρο (φαινόμενον ίσως μοναδικό) έξαφνα εμαύριζε κι άστραφτε». Λαιμός όλος φασκιωμένος με τον πλατύ πολύγυρο λαιμοδέτη· το φόρεμα κομπωτόν ως απάνω, σα ράσο πιο πολύ ή σα ρούχο λαϊκού, με το δεξί μακρομάνικο χέρι ακκουμπισμένο προς το μέρος της καρδιάς, σα σε χαιρέτισμα· με δυο λόγια, η όλη εντύπωση από την παλιάν εικόνα· όψη καλλιτέχνη σε μιαν ακινησίαν λειτουργική.

«Στην Κέρκυρα βρίσκομαι, κάποτε είπεν, όμως δεν είναι η ζωή μου ‘ς την Κέρκυρα». Και βέβαια· τα μεγαλόφτερα ιδανικά του ανοίγουν εμπρός του πλατύτερους ουρανούς από εκείνους που του δείχνανε τα πράγματα γύρω του. Όμως η απόμερη στοχαστική ζωή του δεν τον κράτησε ξένο προς μια διαλεχτή κοινωνία εκεί πέρα· εξ εναντίας, ένας κύκλος ανθρώπων με σεβασμό και με αγάπη προς τον ποιητή, ευγενικά τον περίζωσε. Πρώτα πρώτα ένας χορός από μουσοθρεμμένους νέους· ενθουσιασμένοι από την ξεχωριστή φλέβα του αρχοντικού ποιητή, τον προσκυνούνε οι νέοι σαν ήρωα διανοητικό. Το καμαρώνει καθένας αν ετύχαινε να τον προσκαλέση ο δυσκολοπλησίαστος, ή στον περίπατο για να σταθή ‘ς το πλάι του, ή ‘ς το σπίτι για να μιλήση μαζί του. Ο Πολυλάς, μόλις εγύρισεν από τη Γερμανία, της γερμανικής σοφίας νεοφώτιστος, ξοδεύει μέρες και νύχτες για να μεταφράζη από τους τόμους του Σίλλερ και του Εγέλου· και διάβαζεν ο ποιητής χειρόγραφα τα μεταφρασμένα, γιατ’ ήταν ανάγκη να γνωριστή, με κάθε τρόπο, με τη γερμανική φιλοσοφία και τέχνη ο λατρευτός διδάσκαλος. Η ποιητική φιλοσοφία του Σολωμού, το περίφημο «νόημα της τέχνης», το νόημα που θέλει την απολύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη, όχι το σκλάβωμα ‘ς τα πάθη· που θέλει να νικά ο Λόγος το κράτος των αισθήσεων, και θέλει το Πνεύμα να κυριεύη όλα τα εξωτερικά ενάντια, και θέλει το Νου να θριαμβεύη κατά της ύλης, και την Ιδέα να τα εξαϋλώνη τα πάθη, και διψάει τη φιλέρευνη δίψα για τα μυστήρια του Παντός, και ταιριάζει τα μερικά προς τα καθολικά, και τα ατομικά προς τα παγκόσμια, και θέλει το χρέος να μεταμορφώνεται ‘ς έναν έρωτα, και θέλει το ποίημα «μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών» που να παριστάνουν αισθητά «τον αόρατο ‘ς τα αισθητήρια Μονάρχη», σε τρόπο που την ουσία του ποιήματος να την ξεσκεπάζη μονάχα «ο βαθύς και ο γυμνασμένος νους»· το νόημα της Τέχνης που εμψυχώνει τα μετρημένα και σκαλισμένα, αλλά και γι αυτό πολυτίμητα κομμάτια των «Ελεύθερων πολιορκημένων, του «Πόρφυρα», και όλα τάλλα απομεινάρια «οπού δεν έχουν όνομα κ’ έχουν περίσσια κάλλη», καθώς είπεν ο ποιητής για τα χρώματα του δειλινού· το νόημα της Τέχνης μέσα ‘ς τη γεννημένη κριτική ψυχή του Σολωμού, μέσα ‘ς το ιδεοκρατικό του αίσθημα, φαίνεται σα φυσημένον από τις δυνατές πνοές των Καντίων και των Εγέλων, κ’ επηρρεασμένον από τη γερμανική φιλοσοφία· η δύναμή της η επαναστατική, που άλλαζε και που εβάθυνε κάθε κύκλο επιστήμης και σοφίας, ανάμεσα ‘ς τους πολιτισμένους λαούς, από την αρχή του περασμένου αιώνα, φανερώνεται και ‘ς τη νέα πατρίδα μας κι αφίνει του διάβα της τα σημάδια ‘ς την εργασία του πρώτου και του πιο μεγάλου της ποιητή.

Και δεν είναι μόνον οι νέοι. Άνθρωποι ‘ς τα χρόνια ωριμώτεροι, πιο σοβαροί, σοφοί τεχνίτες του λόγου και του στίχου, που ζούσανε τότε ‘ς την Κέρκυρα, τον αγαπούνε και τον θαυμάζουν, και μεγάλα προσμένουν απ’ αυτόν. Στενός του φίλος ο «Ιταλοέλληνας» Μουστοξύδης· ο Ιταλός ποιητής Ρεγάλδης διαλαλεί τη χάρη του υμνογράφου της Ελευθερίας, και μεταφράζει στίχους του. Και πλέον απ’ όλους, συναναστρέφονται τον ποιητή και τον δυναμώνουν και τον επηρρεάζουν, ο έξοχος μουσικός Μάντζαρος και ο Δαλματός Θωμαζέος, πατριώτης, γλωσσολόγος, ποιητής, φλογερή καρδιά, χρυσόλογο στόμα, υπερασπιστής δυνατός, καθώς ολίγοι, της ζωντανής μας της φωνής, και μαζί τεχνίτης εκείνης, καθώς το δείχνουν τα μεταφρασμένα του από τη σερβική τραγούδια. Ο Σολωμός εβεβαίωνε πως καμιά φορά τα ποιητικά του πλάσματα την αρχήν έπαιρναν από τη μουσική· κ’ έλεγε προς το Μάντζαρο πως όσο βαθύτερα προχωρούσε ‘ς το νόημα της μουσικής τόσον ευκολώτερα δημιουργούσε την ποίηση. Αλήθεια που κανείς την αισθάνεται ‘ς τους πιο υστερνούς κομματιασμένους στίχους της Κερκυραϊκής εποχής, που μας μιλούνε τόσο με την πλαστική τους συμμετρία όσο και με της ουσίας τους τη μουσική. Ο Θωμαζέος ετιμούσε την αρετή, την ειλικρίνεια, και τη μεγάλη παιδεία του φίλου του· την αγνήν ελληνικήν οξύτητα του νου του, και τη γλυκειά και σεμνή του ποίηση, που πάντα εμπρός πήγαινε και τελειότερη γίνονταν. Τους επαίνους του πλουσιοπάροχα σκορπίζει ο Θωμαζέος. «Οι Γερμανοί, του έλεγε, κάνουνε βαθειά και τα πιο κοινά νοήματα· εσύ ηύρες τρόπο κοινά να καταστήσης και τα βαθύτερα.» «Η γλώσσα που χρειάζεται, έγραφεν αλλού για τον ίδιον, είναι η ζωντανή, και η ελληνική γλώσσα για να ζήση ‘ς τα γράμματα, έχει χρεία από αυτόν, ο οποίος την κατέχει και την κυριεύει.» Όμως τους λαμπρόχρωμους τούτους θαυμασμούς του σοφού φίλου των Ελλήνων και του Σολωμού θόλωνε και κάποιο συγνεφάκι ανησυχίας, θα τον ανησυχούσεν η άργητα του ποιητή, και της περπατησιάς του η οκνάδα. Θα τον ήθελε πιο καρπερό ‘ς την εργασία του, γοργότερο ‘ς την ετοιμασία των έργων του. Το 1855, ‘ς τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σολωμού, με την πρόθεση να καταδικάση το παραγκώνισμα της δημοτικής μας γλώσσας από τους γραμματισμένους του Έθνους, έγραφε ο Θωμαζέος: «Αν είχε ο Δάντης ακούσει το παράπονο του μοναχού Ιλαρίου, θα είχαμε ένα όραμα των τριών βασιλείων λατινικά, όλο ωραιότητες όμοιες με το στίχο: Infera regna canam supero contermina mundo. Και οι νέοι Έλληνες που ημπορούσαν να έχουνε το Δάντη τους και τον Όμηρο, θα έχουν, (αν ο Σολωμός δεν προβλέψη), το infera regna ως τη συντέλεια των αιώνων.» [12] Το αν δεν προβλέψη τούτο, για ποιητή που άγγιζε τα εξήντα χρόνια, δεν είναι μαζί περισσού θαυμασμού και δισταγμού μελαγχολικώτατου ξεφωνητό; Ο Σολωμός, και για τους πλέον εγκάρδιους διαλαλητάδες της αξίας του, ήταν ένας Δάντης όχι φανερωμένος, αλλά Δάντης που όλο και καρτερούσανε· είδος Μεσσία. «Μόλις δημοσιευθούν τανέκδοτα ποιήματά του, έγραφεν ένα χρόνο προ του θανάτου εκείνου, ο γλυκύτερός του μαθητής, ο Ιούλιος Τυπάλδος, θα γνωρίση ο κόσμος ότι έχει και η Ελλάδα τον Δάντη της.» Ή οκνός ή γλήγορος, η τυπωμένα ή ατύπωτα τα έργα του, οι μεγάλες ελπίδες που ζωντάνευαν εκείνα, κανείς δε θα μπορούσε να είπη πως ήταν αστήριχτες και τυφλές. Ο ποιητής, θαρρείς δε βιάζεται, δεν έχει χρεία να παραδώση ‘ς τον κόσμο, μιαν ώραν αρχήτερα, τα νεώτερα έργα του. Φαίνεται πως αργά αργά τα πλαστουργεί, σα να θέλη να ταπιθώση αψεγάδιαστα ‘ς τα χέρια της Αθανασίας. Όμως συχνά πυκνά με περίλαμπρην απαγγελία, που φώτιζε θριάμβου χαμόγελο, ξετυλίγει ‘ς τους άξιους από τους γνωρίμους και από τους φίλους του, πλούσιους στίχους και αραδιάζει σημαντικά δείγματ’ από τους αθέατους θησαυρούς. Του κάκου. Τα μεγαλήτερα και τα καλήτερα — ποιος ξέρει! — από τους στίχους κι από τους ρυθμούς, που χύνονταν από το στόμα του, δοξολογία προς την αιώνιαν Ομορφιά, μαζί του πέθαναν. Ο Σολωμός δεκοχτώ χρόνια έζησε ‘ς την Κέρκυρα. Η συγγενική δίκη που τον είχε μπλέξει από το 1833, αν και τελειωμένη κατά τα 1838, του πήρε τη γαλήνη. Δεν είναι τόσο που κιντύνευε να χάση την περιουσία του, όσο μια τρικυμία ηθική που τον ετάραξε. Κέρδισε τη δίκη· όμως το χτύπημ’ από κείνη αγιάτρευτο. [13] Πήραν ορμή όλα τάρρωστα μέσα του στοιχεία. Παραδίνεται ‘ς το πιοτό. Όσο πάει πιο μελαγχολικός, πιο θυμώδης, πιο μισάνθρωπος, πιο νευρικός γίνεται. Στις εννιά του Φλεβάρη, το 1857, από εγκεφαλικό ή από καρδιακό πάθημα — την πηγή του καλά δεν την ξεδιάλυσαν οι γιατροί — πεθαίνει. Μόλις γνωρίζεται Ο θάνατός του, η Βουλή των Ιονίων παύει τη συνεδρία, και κηρύττει δημόσιο το πένθος. Από τη χώρα κι από τα χωριά τρέχει ‘ς την επισημότατη κηδεία ο λαός. Δώδεκα νέοι ζητούνε να βαστάξουν ως τον τάφο το νεκροκρέβατο του ποιητή. Το 1865 γυρίζει ο νεκρός ν’ αναπαυθή ‘ς το νησί που γεννήθηκε. Τα κόκκαλά του θάφτονται ς’ το τόπο που φέρνει από τότε τ’ όνομα Πλατεία του Ποιητή.

Στην Κέρκυρα ξάφνισμα σκληρό ‘ς τους φίλους και σε όσους τον εθαύμαζαν. Εκείνοι που πήρανε να επιστατήσουν ‘ς το τύπωμα των Απάντων του ‘ς την Κέρκυρα, λίγον καιρόν ύστερ’ από το θάνατό του, δεν ηύραν τίποτε από το θησαυρό που καρτερούσανε· του κάκου τα χειρόγραφα που τους παραδόθηκαν από τους συγγενείς του ποιητή. Τίποτε σχεδόν από τη βρύση του στίχου που έρρεεν ιριδόχρωμη. Μονάχα ξεσκίσματα που δε ράβονται, χάσματα που δε γιομίζονται, μονάχα λίγα λαμπρά συντρίμματα των αιθερίων κόσμων. Πεζά σχεδιάσματα ιταλικά, μισά κομμάτια, απομονωμένοι στίχοι, οι ίδιοι δοκιμασμένοι σε μέτρα και σε τρόπους διαφορετικούς· ολιγόστιχες αράδες, στοχασμοί ασυνάρτητοι. Αντί του έργου, ολόκληρου, στερεοθεμέλιωτου κι αρμονικά δεμένου, δείγματα σωριασμένου υλικού και αραιά χτίσματα. Μόλις κανείς στοχάζεται τι θα ήταν το οικοδόμημα. ‘Σ τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού, καθώς τυπώθηκαν ‘ς την Κέρκυρα το 1859, το οικοδόμημα τούτο εδώ μας αφίνουνε μόνο να το φαντασθούμε, κ’ εκεί μας φανερώνουν μέρη του μόνο οι εκδότες. Να συνηθίσουν αδύνατο ‘ς την ιδέα καταστροφής τέτοιας· κάποια ελπίδα γλυκότρεφαν πως κάπου μια μέρα η θεία δικαιοσύνη θα τα παρουσίαζε τα έργα. Ο Πολυλάς τη μελέτη του που μπήκε ‘ς το βιβλίο εμπρός, προπύλαια, εκείνη μόνο, ακέρια ερειπωμένου ναού, καταλήγει έτσι: «Άμποτε να μην αργήση η ώρα να φανερωθούν τα ακόμη σωζόμενα συγγράμματα του μακαρίτου, ώστε τούτο το βιβλίον να μη σταθή ως ιστορικό μνημείο του τρομερού κινδύνου εις τον οποίον ευρίσκονται, επιβουλευμένα ή από την αισχροκέρδεια ή από το φθόνο, τα καθαρά γεννήματα της αγαθότητος και της μεγαλοφυίας [14]». Η ελπίδα όλων εκείνων όσοι βαθειά αγαπούνε και δε στέργουνε για να πιστέψουνε κάτι, που βαθειά πληγώνει την αγάπη τους, απόμεινεν όνειρο. Χαμένα πάνε, και του χαμού η αιτία δυσκολοξεδιάλυτη, τα έργα του πιο μεγάλου ψάλτη ‘ς την αναγεννημένην Ελλάδα· τα έργα που μ’ εκείνα η νέα ελληνική μούσα θα δύνονταν από μιας αρχής να αψηφήση περήφανη τις αλλόφυλες αδερφάδες της. Και ο μυστηριώδης τους αφανισμός είναι σαν το στερνό χτύπημα σκοτεινής Μοίρας, πολέμιας του ποιητή.

Και τώρα κάτι τι με ανησυχεί. Στοχάζομαι πως τα χαμένα χειρόγραφα του Σολωμού δεν είναι η μόνη αφορμή που μισοτέλειωτα και κομματιασμένα μας απόμειναν τα έργα του. Στοχάζομαι πως κι αν τα είχαμεν όλα, όπως τα δούλευεν εκείνος κι όπως τα εκφωνούσε και τάφησε, πάλι μισά θα τα ξέραμε και κομμάτια θα τα χαιρόμαστε. Φοβούμαι πως θα δουλέψανε συντροφικά προς τέτοιο τέλος κάθε δύναμη εσωτερική, και κάθε δύναμη εξωτερική, από όσες κυριεύουν και μορφώνουν, ανάλογα, τον πνευματικόν άνθρωπο. Οι καλλιτεχνικές θεωρίες του ποιητή, η φυσική του και η ψυχική ιδιοσυγκρασία, η κοινωνική ατμόσφαιρα τριγύρω του, τόσο κατάλληλα δεν ήτανε στοιχεία για να παρακινήσουνε και για να βοηθήσουνε ‘ς το συμπλήρωμα και ‘ς το τελείωμα μεγαλοφάνταστων έργων, που τέτοια πρώτος και μόνος ανάμεσα ‘ς το Έθνος του τα είχεν εκείνος τολμήσει. Ο νους του τόσο θεωρητικός όσο και δημιουργικός, από εκείνους που πρώτα αδράχνουν την θεωρία, κ’ ύστερα ‘ς το πλάσιμο προχωρούν, ως ο ίδιος ώρισε την ιδέα του προς το Μόντη· από εκείνους που ετοιμάζουν πρώτα την ποιητική τους κ’ ύστερα την ποίησή τους, καθώς, χρόνια ύστερ’ από τον Έλληνα, μέλλει να το διαλαλήση ένας μεγάλος τεχνίτης του νέου κόσμου, ο Εδγάρ Poe, πως όμοια εργάζεται [15]· τέτοιος νους, φυσικά, προχωρεί ψάχνοντας και συλλογισμένα και αργοπάτητα και δύσκολα, καθώς προχωρεί ο Λόγος, αντίθετα προς το ορμητικόν ανάβρυσμα του αισθήματος. Το πιοτό που μέρα με την ημέρα δυνατώτερα τον κυριεύει, η αρρώστια που χρόνια τον εβασάνισε προτού να του πάρη τη ζωή και του θόλωνε τη σκέψη και του εμπόδιζε την ενέργεια· η μεγάλη ψυχολογική ταραχή της συγγενικής δίκης με τα σημάδια της ταγιάτρευτα, — όλα εκείνα δεν ήταν αρκετά να του μαράνουνε κάθε διάθεση προς εργασίαν, εργασία που απαιτούσεν ίση την υπομονή προς την έμπνευση, και κάθε γαλήνη, για έργα που ίσα ίσα το σφράγισμα θα δείχνανε μιας γαλήνης ολύμπιας;

Έπειτα κ’ εδώ αφίνει το σημάδι του το νύχι του κοινωνικού νόμου· το milieu, όπως θα έλεγε ο Taine, η «περιρρέουσ’ ατμόσφαιρα», καθώς διατυπώνει ο κ. Ροΐδης. Και με όλο το θαυμασμό των ολίγων ξεχωρισμένων, ανάμεσα ‘ς τον Ελληνικό κόσμο, προς το Σολωμό, κ’ έξω από τον τρόπο που λίγο λίγο και ακούσια το Σολωμικό έργο ποτίζει τη φιλολογική συνείδηση του Έθνους, κατά κανόνα γενικόν, η όλη κοινωνία μας, φυσικά, αδιάφορη έμεινε και ξένη προς το έργο του Σολωμού και προς την τέχνη του, κάθε φορά που δεν έδειξεν αντιπάθεια και έχθρα προς το έργον εκείνο, όσο κι αν εφάνηκε πως το γνωρίζει και πως το σέβεται το όνομα του Σολωμού. Η κοινωνία δεν έχει βέβαια δύναμη ν’ αλλάζη το φυσικό και να κόβη το δρόμο του καλλιτέχνη που στέκεται πάντα ξεχωριστά από κείνη, και παίρνει αέρα και φως από στοιχεία συνθετότερα, και πιο δυσκολοξεδιάλυτα· επηρρεάζει όμως τον τρόπο της εργασίας του, κι’ αν δε σταματάει, αλλά πολύ δυσκολεύει το δρόμο του. Κοινωνία, σαν τη δική μας, αν δεν είναι η μόνη, αλλά είναι η σημαντικώτατη αφορμή φαινομένου που και άλλοτε σημείωσα κάπου: [16] Λείπει από τη δουλειά και των καλητέρων μας ποιητών και πεζογράφων το άνετο περπάτημα, το ρυθμισμένο βήμα που τη φέρνει, γλήγορ’ αργά, ‘ς ένα ευτυχισμένο τέλος. Σταματούν έξαφνα ‘ς τη μέση κι’ απομένουνε σαν κουρασμένοι, σαν άρρωστοι, με κομμένα πόδια. Κι’ από τους κορυφαίους μας τεχνίτες του πεζού και του στιχουργημένου λόγου λείπει έν’ από τα πιο συνηθισμένα, αν όχι κι από τανεξαίρετα, γνωρίσματα που σημαδεύουν την ενέργεια του διαλεχτού νου· λείπει κανονικό ξετύλιγμα και πλούσιος καρπός. Συχνά πυκνά στερεύει το κρυσταλλένιο νερό της πηγής μας· κ’ εκεί που τρέχει, στάζει τόσο λιγοστό και τόσο αργά! Όμως για το ξεδίψασμα δε φτάνει μόνο το ποιόν· χρειάζεται και κάποιο ποσόν. Και θλίβεται κανείς με το να βλέπη πόσο καιρό χρειάζεται για να γιομίσ’ η στάμνα μας εκεί που σε άλλες χώρες έφτασε σύντομος καιρός προς τούτο. Ένας μεγάλος φιλόσοφος είπε πως ό,τι πιστεύομ’ ελεύθερη βουλή, πως ό,τι ονομάζομε θέληση, δεν είναι παρά το δυνατώτερό μας ορμέμφυτο. Δεν ξέρω· θαρρώ πως μέσα ‘ς τα ενδόμυχα του Σολωμού, κ’ εκείνου που στοχάζεται και ξεδιαλέγει, κ’ εκείνου που αισθάνεται και γεννοβολά, παλεύουνε δυο στοιχεία εξίσου αγνά και ασυνείδητα· από τη μια μεριά ο κριτικός, ο αντικειμενικός, ο υπομονετικός, ο επίμονος και δύσκολος στιχοπελεκητής, ο ασκητικός μελετητής της Κερκύρας· από την άλλη τη μεριά ο αψύς, αλλά και βαρετός Ζακυθινός, που εύκολ’ ανάφτει κ’ ευκολώτερα κορώνει, που δεν πηγαίνει πέρα από τα σχέδια κι από τα κιθαρίσματα· ο ζακυθινός από τον οποίο, καθώς ρητά ομολογεί συντοπίτης ιστοριογράφος του λαού εκείνου, «λείπει η επιμονή εις μακροχρονίους και δυσκόλους επιχειρήσεις.» [17] Ο πρώτος ήθελε να χτίση παλάτια· ο δεύτερος δεν έφτασε ν’ αραδιάση παρά κομμάτια.

Β’.

Εδώ κ’ εκατό χρόνια, ‘ς τη σκλαβωμένη πέρα ως πέρα τότε πατρίδα, δύο ποιητών ονόματα, πρώτα πρώτα, μας παρουσιάζονται ως τα πλέον επίσημα· ο Δαπόντες και ο Ρήγας. Οι φιλολογικοί κύκλοι της εποχής πολύ τον πρόσεχαν, καθώς φαίνεται, τον πρώτο· η «Ποιητική» του Μπογδάνου, τυπωμένη ‘ς τη Βιέννα, το 1819, γεμάτη από στίχους του είναι. Ο Δαπόντες, τόσο πεζολόγος όσο και πολυγράφος, δεν έχει καμιάν αξία ποιητική [18]. Ασυγκρίτως βαθύτερα φερμένος μέσα ‘ς τη συνείδηση του Γένους, ο Ρήγας· όμως το μεγάλο ηρωικό αίσθημα του θαυματουργού τραγουδιού του δεν το σημαδεύει με την άσβυστη σφραγίδα της η Φαντασία, και δεν του ρίχνει το μαγνάδι της η Τέχνη. Ύστερα έρχονται ο Μακεδονίτης Χρηστόπουλος και ο Ηπειρώτης Βηλαράς· ο ένας με ταρχοντολόγια της Πόλης και της Βλαχίας, ο άλλος μέσ’ ‘ς τα Γιάννενα, κάτου από το στόμα του λύκου· μορφωμένοι και οι δύο, τεχνίτες του στίχου, με κάποια γνώση και χάρη, πιστοί της ζωντανής μας γλώσσας· μ’ εκείνη τραγουδούνε, φυσικά, και για κείνη πολεμούν, και τα πρώτα λιθαράκια κουβαλούνε για ένα χτίσιμο. Η Ποίησή μας χτίζεται· η Ποίηση που γίνεται από μιας ατομικής ψυχής προσπάθεια, και ανάμεσα ‘ς τα γενικά, τούτου ή εκείνου του ανθρώπου δείχνει, θαμπά ή ζωηρά, τα ξεχωριστά σημάδια. Κατά μέρος αφίνω τα δημοτικά μας τραγούδια, την πολυπιό αρχαίαν ή όσο δείχνεται, την αθάνατη πηγή για κάθε μας ποίηση· τα τραγούδια που από κείνα, θεληματικά ή άθελα, δεν ημπορεί παρά να ποτισθή και το ατομικό τραγούδι, εκτός αν δεν είναι τραγούδι, αλλά στιχουργημένος, άνοστα ή νόστιμα, πεζός λόγος. Και τότε, καθώς και από καιρούς προτήτερα, άνθιζε το δημοτικό μας τραγούδι σε βουνά μας και σε κάμπους μας· μοναχά δεν είχε μοσκοβολήσει ακόμα καμιά δυνατήν ελληνική διάνοια· δεν είχε ακόμα αστράψει ‘ς την εθνική συνείδηση το πολύ της ομορφιάς του· το εθαύμαζαν οι ξένοι, προτού να υποψιασθούνε τη σημασία του οι δικοί μας· και καθώς τυχαίνει πάντα, η προσοχή και η μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού· μας ήρθε, σαν επιστήμη και σα φωτισμός από τους ξένους. Σύγκαιρος του Χρηστοπούλου και του Βηλαρά ο Σολωμός, ευθύς από την αρχή, από τα πρώτα του γυμνάσματα κι από ταπλά τραγούδια του, έδειξεν ότι έχει να μας πη κάτι διαφορετικό και κάτι παραπάνω από τα μικρόχαρα και μονότροπα ερωτοπαιγνίδια του πρώτου, από τα μονότονα ερωτοπαράπονα και τα επιγραμματικά περιπαίγματα του δευτέρου. Αίσθημα και νόημα, γλώσσα και ρυθμός, φαντασία και τέχνη, αγάλια αγάλια πλαταίνουν, ανεβαίνουν, και πλουτίζονται και λάμπουνε με το Σολωμό. Οι δύο εκείνοι σα σκλάβοι πάντα ακολουθούν το σκοπό τους· ο Σολωμός σαν ελεύθερος. Τολμηρά και ανυπόταχτα, ‘ς την αρχή ακανόνιστα και ανώμαλα, και ατελέστερα, με κόπο και με λαχάνιασμα, έπειτα πιο συγκρατητά, γνωστικώτερ’, αρμονικώτερα, γαληνότερα, πλάθει τη μορφή του στίχου από τη χάρη του δημοτικού τραγουδιού και μαζί από την τέχνη που ο στιχουργημένος λόγος κρύβει και δείχνει ‘ς τα πλούσια από ποίησην έθνη· και μαζί γεμίζει την ουσία του στίχου με θησαυρούς διαλεχτών αισθημάτων και μεγάλων ιδεών. Και τη δημοτική γλώσσα, τη γλώσσα που ακούει γύρω του ν’ αντιλαλή ολοζώντανη, τη μεταχειρίζεται, χωρίς ντροπή και χωρίς κανένα συμβιβασμό που θα κινδύνευε να μαράνη από τη δροσιά και να ψαλιδίση από τα φτερά της. Δεν ταιριάζει τη γλώσσα του σύμφωνα προς τη γλώσσα κανενός κοινωνικού καλοαναθρεμμένου κύκλου· άλλα ιδανικά λαμποκοπούνε ‘ς τα σαλόνια, άλλα ιδανικά γυρεύει ο ποιητής. Από τη φύση, κι από τον αέρα όλον της όλης ελληνικής κοινωνίας γραμματισμένων κι αγράμματων παίρνει τα ζωντανά, τα πιο σημαντικά στοιχεία της εθνικής γλώσσας, και καλλιτεχνικά σφυροκοπεί τη δική του. Κάνει ό,τι κάνουν όλοι οι δυνατοί τεχνίτες του λόγου, μάλιστα εκείνοι που πρωτοστατούνε ‘ς τη γέννηση των εθνικών φιλολογιών. Κάνει ό,τι ο ίδιος υπονοεί ‘ς το «Διάλογό» του· πρώτα υποτάσσεται ‘ς τη γλώσσα του λαού, για να την υποτάξη και αυτός με τη σειρά του. Δεν παραδέχεται την παράλογην ιδέα πως για να γράψη τη γλώσσα του λαού πρέπει και με του λαού τα νοήματα να σκεφθή· πού ακούστηκε πως όσοι μιλούνε την ίδια γλώσσα θα ειπή πως έχουνε την ίδια μόρφωση, και όμοια στοχάζονται! Σε μια κριτική του ο Τρικούπης για τον «Ύμνο της Ελευθερίας», δημοσιευμένη μόλις πρωτοφάνηκεν εκείνος, γράφει: «Η ευρυχωρία της φαντασίας του ποιητού επλάτυνε και αυτά τα στενά όρια της κοινής μας γλώσσας, την οποίαν και ανέβασεν εις τα ύψη των ιδεών του». Συγκρίνατε τη σχεδόν σύγχρονη «Ωδήν προς τους Έλληνας» του Ρίζου Νερουλού με τον «Ύμνο προς την Ελευθερία»· το ίδιο θέμα και τα δυο ποιήματα με τον ίδιο ενθουσιασμό ξετυλίγουν και προς τον ίδιο σκοπό βλέπουν· όμως ο πατριωτικός ενθουσιασμός του πρώτου, με το όργανο μιας γλώσσας ξεκαθαρισμένης σχολαστικής, βρίσκει μια ψόφια ζωή σε μιαν αχρωμάτιστη ποιητική μετριότητα· ο πατριωτικός ενθουσιασμός του δευτέρου με όργανο μια γλώσσα του πιο αχαλίνωτου και, συχνά πυκνά, του πιο ακανόνιστου χυδαϊσμο ύ, γεννάει μια μεγαλοφάνταστη ποίηση. Μπορεί να μην έχη να κάμη και πολύ το όργανο· πρώτ’ απ’ όλα η Φαντασία· φαντασία επιτήδειου μονάχα στιχοπλόκου ‘ς τον ένα, μεγαλόχαρου ποιητή ‘ς τον άλλο. Όμως η γλώσσα που μεταχειρίζεται ο ποιητής είναι κάτι περισσότερον ή όργανο· είναι ο Λόγος. Θέλουνε μερικοί να ειπούν: ο Σολωμός έγραψε τη γλώσσα του λαού, γιατί δεν καλογνώριζε τη γλώσσα των γραμματισμένων· η ανάγκη τον έκαμε. — Δεν είναι ορθή τέτοια σκέψη. Όση προσοχήν έρριξε κι όση μελέτη ξόδεψεν ο Σολωμός για να γίνη κύριος της γλώσσας του δημοτικού τραγουδιού και για να τη μεταχειρίζεται πλέον άνετα προς κάθε τι, τόση φροντίδα μπορούσε να ξοδέψη κι άλλη τόση προσοχή να ρίξη ‘ς τη μελέτη και ‘ς το δούλεμα της άλλης γλώσσας. Και όμως δεν το έκαμε. Και μόνο το ότι παραμέρισε την καθαρεύουσα και τράβηξεν ίσα προς την γνώση και προς τη μόρφωση της δημοτικής μας, θα ειπή ότι κάποια βαθειάν αφορμή θα είχε, νους ως εκείνος, προς τέτοιο φέρσιμο. Σε προτήτερο καιρό λύπη, κοινώς, προξενούσε, πως ποιητής σαν το Σολωμό έγραψε τα έργα του σε τέτοια γλώσσα. Τώρα ταιριάζει να λέμε για το Σολωμό ό,τι ένας άγγλος βιογράφος του Δάντη για κείνον είπε: «Το ότι διάλεξε τη γλώσσα τη δημοτική είν’ έν’ από τα σημάδια της υπεροχής του· μ’ εκείνη μπήκε ‘ς έναν κόσμον απέραντο, σαν εκείνο που ανακάλυψεν ο Κολόμβος» [19].

Τα πρώτα, τόσο λιγοστά, τραγούδια του, δε θυμίζουνε τους κάπως ψυχρούς ανακρεοντισμούς του Χρηστοπούλου· κι αν ο σατυρικός Βηλαράς βαραίνει κάποτε ίσα, ή και πιο πολύ από το σατυρικό Σολωμό, [20] όμως αγνάντια ‘ς τα βουκουλικά και ‘ς τα ερωτικά τραγούδια του Σολωμού κάπως θαμπά τα ανάλογα του Βηλαρά· αν κ’ ολιγώτερο προσεχτικά στιχουργημένα, έχουνε κάτι πιο φυσικό και δροσερό, πιο σοβαρό και συγκινητικό. Από τον «Ύμνο», «τον πρώτο γνήσιο καρπό της Ελληνικής φαντασίας ύστερ’ από είκοσιν αιώνες του μαρασμού της», καθώς τον είπεν ο Πολυλάς, από τον «Ύμνο» κ’ εκείθε δε βρίσκεται καμιά συγγένεια προς παραβολή με τα προτήτερα ή με τα σύγχρονα έργα. Και μη ξεχνούμε πως μήτε ο «Ύμνος», μήτε ο Θρήνος του Μπάιρον, μήτε η «Τρελλή μάννα», μήτε τα «Δύο αδέρφια», μήτε του «Λάμπρου» τα πιο τελειωμένα κομμάτια, μήτε κι αυτή η «Φαρμακωμένη» είναι αψεγάδιαστα καλλιτεχνήματα, όσο πρωτότυπα και δυνατά κι αν είναι. Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής αδιάπτωτος. Ο αρχαίος τεχνογράφος κάπως ξέρει τι λέει: «Τας μεν ταπεινάς και μέσας φύσεις διά το μηδαμή παρακινδυνεύειν, μηδέ εφίεσθαι των άκρων, αναμαρτήτους ως επί το πολύ και ασφαλεστέρας διαμένειν, τα δε μεγάλα επισφαλή γίνεσθαι δι’ αυτό το μέγεθος [21].» Ο «Ύμνος». Μέσα του η επικολυρική φαντασία φέρνεται από πήδημα σε πήδημα κι από φτερούγιασμα σε φτερούγιασμ’ ανυψώνεται· κι αντιλαλεί σαλπίσματα και κελαδήματα. Θρησκευτική, δηλαδή η πιο άδολη ποιητική, ιδέα εμψυχώνει το ποίημα· η Ελευθερία, θεά· το Πνεύμα του κακού, η Διχόνοια. Τα πράγματ’ αγναντεύονται μακρυάθε κι από ψηλά· σχεδόν καμιά προσωπική, ανεκδοτική, σα δημοσιογραφική λεπτομέρεια, καθώς εκείνες, που αργότερα, ύστερ’ από τον Κάλβο και από το Σολωμό, την ποίησή μας θα την κατεβάσουνε ‘ς τον τόπο μιας στιχουργημένης πολιτικής χρονογραφίας. Μονάχα κάποιες κορφές του ηρωισμού δείχνονται, και τονίζονται τα πιο σημαντικά σημεία της πάλης· η Τριπολιτσά· το Μισολόγγι· Ο Αχελώος· η Αγία Σοφιά. Το μόνο του ατόμου παρουσίασμα «ο αδερφός του Φεγγαριού»· ο Πατριάρχης. Όπου η Ποίηση κρατειέται ‘ς τα ταιριασμένα της ύψη, εκεί και η γλώσσα ταιριαστά υψηλή. Αρμονικά δεμένα το νόημα και η φράση· βλέπει κανείς πως πραγματικό ξεχώρισμα, ‘ς τα ωραία έργα, μορφής και ουσίας, δεν υπάρχει· ως η σκέψη παίρνει μιαν υλική ομορφιά, γίνεται χειροπιαστή· και πως η έκφραση είναι κάτι τι ουσιαστικό και πνευματικό. Στην ομορφιάν αγνάντια, δε λέμε: — Τι ωραιότερη που θα ήταν, αν ήτανε κάπως αλλιώτικα καμωμένη! — Λέμε: — Τι ωραία που είναι! δεν ημπορούσε να ήταν αλλιώτικα! — Στοχασμούς ανάλογους μας φέρνει το διάβασμα των τετραστίχων του Ύμνου. Όχι όλων. Γιατί τα σημάδια του βιαστικού και του απροετοίμαστου, γιατί η ευκολία του αυτοσχεδιαστή ξεμυτίζουν εδώ κ’ εκεί. Συνταράζεται κάπου το σεμνό θρησκευτικό ύφος από το θόρυβο της Πολιτικής· κάπου ανακατώνεται ‘ς το ξεχείλισμα του λυρικού η ρητορική περισσολογία. Εκεί και η γλώσσα χάνει τη συμφωνία της με το Λόγο, και ‘ς το νου που εμπνέεται δεν υπακούει το χέρι που γράφει. Ο τεχνίτης ξέρει ακόμα να τολμά, μα δεν ξέρει να ξεδιαλέξη. Τα ατοπήματα τούτα, λιγοστά, αραιά, και ασήμαντα ‘ς τον Ύμνο, ξαναφαίνονται πυκνερώτερα και ζωηρότερα ‘ς το ποίημα για το θάνατο του Μπάιρον. Ο ποιητής, επηρρεασμένος από το λυρικό μεθύσι του πρώτου Ύμνου, φιλοδοξεί να τραβήξη ακόμα παραμπρός, να πυκνώση και να δυναμώση το τραγούδι του, νέες χορδές να τεντώση ς’ τη λύρα του. Δεν το κατορθώνει, καθώς το ήθελεν. Εδώ κ’ εκεί καμιά εκατοστάδες στίχοι, ασύγκριτοι. Στους άλλους δείχνεται πιο πολύ από τη δύναμή του, η παραζάλη του και η στενοχώρια. Άπληστα γυρεύει να κλείση όσο μπορεί πιο άφθονα νοήματα ‘ς τους ολιγοσύλλαβους τροχαίους του. Και νοήματα και λόγια, μέτρο και ρίμες, κουράζονται και αγκομαχούνε και κινδυνεύουνε να πάθουν ασφυξία· τα θρησκευτικά και τα καθολικά πνίγονται μέσα ‘ς τα μερικά και ‘ς τα χρονογραφικά. Η αρμονία λείπει. Δε λέμε πλέον: — Tι ωραία που είνε! δε μπορούσε να ήταν αλλοιώτικα! — Λέμε: — Τι ωραία που θα ήταν αν ήταν αλλιώτικα! — Η γλώσσα είν’ εκεί όχι σαν πρόσωπο, αλλά σα φόρεμ’ ανθρώπου που αγωνίζεται να το βάλη, και του είναι ή πολύ πλατύ και δεν του πάει, ή πολύ στενό και του σκίζεται. Ονόματα και λόγια, σόλοικα ή βάρβαρα, κακοσκημάτιστ’, αχτένιστα, δυσκολοπροχώρητα, κακοδιάλεχτα, κακοπρόφερτα. Γλώσσα που χαλάει ταγνά δημοτικά στοιχεία, που δεν τοποθετεί, καθώς και όπου πρέπει, ταρχαία, που εδώ βιάζει, κ’ εκεί αυθαίρετ’ είναι. Στην «Ιστορία» του «της Βυζαντηνής λογοτεχνίας» ο Κρουμπάχερ παρατηρεί: «Η δημοτική γλώσσα εξεδικήθη διά την επίσημον αποπομπήν της εκ του πεζού λόγου, εισχωρήσασα κρυφίως εις τα κείμενα. Ακούσιαι κοινολεξίαι ευρίσκονται εις πάσαν την από του 6ου μέχρι του 15ου αιώνος πεζογραφίαν.» Εδώ μπορεί κανείς να πη πως η καθαρεύουσα θέλησε να εκδικηθή τον Ποιητή, γιατί τόσο σκληρά την έδιωξεν από την Πολιτεία του στίχου.

Στους μεγάλους, σαν το Σολωμό, τα παθήματα, μαθήματα· και τα σκοντάματ’ αφορμές προς νέους ορμητικώτερους δρόμους. Ο Λάμπρος του βυρωνίζει, όπως θα βυρωνίση αργότερα ο Αλή-πασάς του Βαλαωρίτη. Άνθρωπος με ψυχή μεγάλη και με κακούργα ζωή· γενναίος αρματολός των πολέμων και ξελογιαστής των αθώων παρθένων· τέτοια η ψυχολογία των βυρωνικών ηρώων. Όμως ο βυρωνισμός του ποιήματος, πιο πολύ εξωτερικός, δε σφραγίζεται από την πορφυρή βούλα του υποκειμενισμού. Ό,τι ‘ς τα έργα του Μπάιρον είναι βγαλμένο από κομμάτια αιματοστάλαχτα της ζωής του, δεν είναι ‘ς το Σολωμό παρά σταθμός τεχνίτη που τραβάει στοχαστικά προς την αντικειμενικότητα· προς το νόημα της τέχνης. Όμως ακόμα τον κρατεί δεμένο το πάθος, έξω από τους ολογάληνους ορίζοντες του Λόγου. Σφοδρό πάθος υπερτραγικό και εξαγνιστικό που δείχνεται με την κατάπληξη του δράματος. Μια πνοή από τρικυμία Αισχύλεια σε ρυθμόν άξιο του Δάντη. Το θέμα τούτο, ξεδιπλωμένον από ποιητή φτωχότερα προικισμένο, μπορούσε να γεννήση κάποιο μελοδραματικό μυθιστόρημα. Η πλούσια φλέβα του ποιητή γλύτωσε από τον κίνδυνο. Και ίσως είν’ ευτύχημα που και του «Λάμπρου» αποσπάσματα μόνο άφησε. Μέσα ‘ς αυτά, με τον καινούριο εκφραστικώτατο ρυθμό της ενδεκασύλλαβης οττάβας η Ποίηση δείχνει συγκεντρωμένη εις τα καθέκαστα τη θεία της αλήθεια, και η κοινή γλώσσα θαυματουργεί. Και όπως, μέσα ‘ς τα πρώτα του γυμνάσματα, και η αγάπη και αυτός ο θάνατος μοιάζουν της Αυγούλας και του Ανθού των «Δυο αδερφιών», είναι σαν παιδάκια που βυζαίνουν άνετ’ από το μαστό της μεγάλης μητέρας, της καθαρής και ολόφωτης ελληνικής Πλάσης· όπως ‘ς ταποσπάσματα του «Λάμπρου» το πάθος πηγάζει από τα έγκατα κάποιου κόσμου τρομαχτικού και ξαναγυρίζει προς εκείνον, — έτσι σε άλλα, ‘ς τα νεώτερα ποιήματα και κομμάτια, σαν τη «Μοναχή», τη «Φαρμακωμένη ‘ς τον Άδη», κάποια άλλα χωρίς όνομα και αρχή και τέλος, σαν τον «Πόρφυρα» και σαν τον αξιοθαύμαστο «Κρητικό», τα αισθήματα, τα πάθη και τα νοήματα, που αναβρύζουν από κόσμους ιδεατούς και προς εκείνους αγωνίζονται να ξανασηκωθούν, ντύνονται με κάποια κάλλη πνευματικά και υπερούσια, που θα θυμίζουν κάτι από τη χάρη και από το ύψος των άγγλων ποιητών σε όσους γνωρίζουν, εννοούνε και αγαπούν τα έργα τους. Στους περισσότερους στίχους του «Κρητικού» ο δεκαπεντασύλλαβος λαχταρίζει από ένα τέτοιο πλάτος κυματιστό κι από μια τέτοια μουσική λεπτότητα, σύμφωνα με την υπερκόσμια ψυχή που θέλει να χωρέση μέσα του, ώστε μοναδικό τότε παράδειγμα ‘ς τη νέα μας ποίηση, κι ως την ώρα δυσκολοσύγκριτο απομένει ο στίχος του «Κρητικού.» Και μέσα ‘ς ταπομεινάρια των «Ελεύθερων πολιορκημένων», παρακολουθούμε το ξετύλιγμα, το δυνάμωμα, το ανέβασμα και το θρίαμβο της Σολωμικής Τέχνης. Ο ποιητής μένει πάντα πατριώτης ποιητής, καθώς και ‘ς τον Ύμνο· εξακολουθεί να εφαρμόζη το πρόγραμμά του: «Κλείσε μέσα σου την Ελλάδα» κτλ. Μόνον ο αφελής τραγουδιστής έγινε φιλόσοφος ποιητής· ο αυτοσχεδιαστής, σμιλευτής του στίχου. [22] Τον εξασύλλαβον αμφίβραχυν ακολουθεί ο εθνικός μας δεκαπεντασύλλαβος· κι αυτός δοκιμάζεται αράδα αράδα σε όλους τους τρόπους, τους τόνους, τα τσακίσματα, τις ομορφιές που μπορεί και δέχεται μέσα του. Στην αρχή, με τη συνίζηση και με τη ρίμα· πιο ευλύγιστος, πιο κυματιστός, πιο αέρινος· έπειτα, όσο δυναμώνει ‘ς τη συνείδηση του ποιητή η ιδέα του αντικειμενικού και του απρόσωπου ‘ς την τέχνη του, και η φιλοδοξία να συμβιβάση τη γερμανική του νοήματος βαθυσυγνεφιά προς την ελληνική φωτεινότητα της μορφής· [23] τόσο ο δεκαπεντασύλλαβος από μουσικώτερος γίνεται πλαστικώτερος· η συνίζηση λείπει σχεδόν, γιατί δίνει του στίχου κάτι μελωδικά λιγερά και απαλό, και ο ποιητής θέλει το στίχο του σφιχτόδετο σα δαχτυλίδι, και σκληρό σαν πετρένιο ανάγλυφο· η ρίμα φεύγει κι αυτή· γιατί η ρίμα, σημάδι μαλακό και υποκειμενικό, σαν αντίλαλος της ψυχής που γυρίζει πίσω ‘ς τον εαυτό της, καθώς την εξηγεί ‘ς την «Ποιητική» του ο Έγελος, όταν δεν είναι χοντρό κουδούνισμα, «ανάξιο της υψηλής στιχουργίας», καθώς τη χαρακτηρίζει ο Μίλτον, η ρίμα δεν έχει τόπο ‘ς τη σοβαρή δωρική μεγαλοπρέπεια της νέας τέχνης του. Ο ίδιος ο λυρισμός, από ξέσκεπος, εκφραστικός και ρητορικός, γίνεται υπονοητικός και συμβολικός. Ο ποιητής δεν ξεχωρίζει την ατομική ψυχή από την καθολική ψυχή που τη σταλάζει. Ο πολεμιστής που «αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη», η γυναίκα που παρακαλεί τον Άγγελο να της δώση φτερά, η περιπαίχτρα σάλπιγγα, ο χορός του Απρίλη με τον Έρωτα, οι πιο δροσερές από τα φυσικά εικόνες με τα πιο μεταφυσικά σύμβολα ταιριάζουν. Και τα μεταφυσικά φτερά «σφυροκοπούνται ‘ς τον ανοιχτόν αέρα», καθώς τα φτερά της ηρωίδας του, σα να θέλουνε να πλάσουν ένα φυσικό κόσμο. Η ποίησή του, καθώς την οικονομεί ‘ς τα γενικά και ‘ς τα καθέκαστα, μακρειά από κάθε άμεσο κοινωνικό σκοπό, είτε για να συγκινήση τον πολύ κόσμο, είτε για να καταπείση, γίνεται σκοπός εκείν’ η ίδια· μιλεί προς ένα κόσμον αριστοκρατικό από «βαθείς και γυμνασμένους», και γυρεύη να εκπλήξη. [24] Η γλώσσα, από την εποχή της· «Τρελλής μάννας» και του «θανάτου του Μπάιρον», προχώρησε σημαντικά. Χοντρά την παραγνωρίζουν όσοι την ορίζουν, δεν ξέρω τι διαλεκτική, και τι επτανησιακή, και τι μιξοϊταλίζουσα! Η γλώσσα και του Ύμνου, με την προσπάθεια που βάζει, και των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», με ό,τι κατώρθωσε, δίκαιο να λέγεται πανελλήνια δημοτική, ποιητική γλώσσα. Πρωτότυπα και τεχνικά χωνεύει διάλεχτά στοιχεία, κι από τα νεώτερα κι από ταρχαία· ‘ς τον κορμόν απάνω το δημοτικό γνωστικά κεντρώνει τα διαλεχτότερα φύτρα, κ’ έχει τη ζωντανή πνοή της λαϊκής ψυχής και μαζί τη σφραγίδα της πρωτοβουλίας του τεχνίτη, της γλωσσοπλαστικής. Αξίζει γι’ αυτή να ειπούμεν ό,τι τελευταία είπεν ένας εγκωμιαστής του Αντρέα Chenier για τη γλώσσα του: «Ευλύγιστη και καλόηχη τόσο που όσοι την πρωταγροικούσανε σταματούσαν ξαφνισμένοι· νέο και αφάνταστον όργανο φραστικό» [25]. Και δεν αλλάζει μόνο υπομονετικά τα μέτρα του στίχου, όσο νάβρη τον πιο κατάλληλο τύπο για να χύση το χρυσάφι της αρμονίας του· αλλά τον ίδιο στίχο ‘ς τον ίδιο ρυθμό διορθώνει και ξαναδιορθώνει, γράφει και ξαναγράφει, όσο να του επιτύχη την τελειωτική μορφή, που δεν παίρνει πλέον άλλαμα. Είναι σα να μας λέη ο φιλόσοφος καλλιτέχνης: Χτενίζω το στίχο μου κι όσο μπορώ τονε φροντίζω· ίσα ίσα γιατί σέβομαι και αγαπώ την ιδέα που θέλω να κλείσω μέσα του, γι’ αυτό αγωνίζομαι και ιδρώνω για να την ειπώ κατά πώς της πρέπει όσο μπορώ πιο άψογα. Το αίσθημα δεν έχει να πάθη τίποτε από τέτοιας λογής φροντίδα· γιατί αισθάνομαι βαθύτερα, γι’ αυτό και υπομονετικώτερα συλλογίζομαι! [26] — Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής της καρδιάς, κατά την καθιερωμένη ‘ς εμάς εδώ επιπόλαια φράση· ο κριτικός νους εργάζεται μέσα του σιμά ‘ς της φαντασίας τη δύναμη· το αίσθημα του χορτάτο είναι από διάνοια. Μήπως το ζευγάρωμα τούτο της εμπνευσμένης μαζί και της ξεδιαλεγμένης εργασίας δεν είναι το γνώρισμα του μεγάλου τεχνίτη; Μήπως το είδωλο της σκέψης και της ευαισθησίας της σύγχρονης, ο Νίτσε, δεν είπε τα εξής; «Η ιδέα του ποιήματος δεν πέφτει από τον ουρανό, σαν από θεία χάρη. Η αλήθεια είναι πως η φαντασία του αγαθού καλλιτέχνη γεννάει, ανάκατα, καλά, μέτρια, κακά. Μόνο πως η κρίση του, ακονισμένη, γυμνασμένη, διώχνει, διαλέγει, συγκεντρώνει. Γνωρίζομε από τα σημειωματάρια του Μπετόβεν πως εσύνθεσε λίγο λίγο τις πιο μεγαλόπρεπες μελωδίες του, και τις ξεδιάλεξε, σα να ειπούμεν, από σχέδια πολλαπλά. Εκείνος που δεν είναι ‘ς το ξεχώρισμ’ αυστηρός και που αναπαύεται ‘ς τη μνήμη του, μπορεί να το φέρ’ η περίσταση και να γίνη μεγάλος αυτοσχεδιαστής· αλλά το καλλιτεχνικόν αυτοσχεδίασμα στέκεται πολύ χαμηλά μπροστά ‘ς την καλλιτεχνικήν ιδέα, τη διαλεμένη σοβαρά και κοπιαστικά. Όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι και μεγάλοι δουλευτάδες, ακούραστοι όχι για να βρίσκουνε μονάχα, αλλ’ ακόμα για να διώχνουνε, για να κοσκινίζουν, να τροποποιούν, να συγυρίζουν» [27]. Τέτοια λόγια ο Σολωμός, αυτός που, εδώ και εβδομήντα έξι χρόνια, εκήρυττε την υποταγή της φαντασίας και του πάθους, με καιρό και με κόπο, ‘ς το νόημα της Τέχνης, θα τα υπόγραφε με τα δυο του χέρια.

Κρίμα πως δεν έχομε παρά προπλάσματα και σημειώματα, κομμάτια και συντρίμματα, για να λάβουμε καθαρήν ιδέα πού τραβούσε και πού έφτασε μια τέτοια εργασία. Πιο πολύ αόριστα ψυχολογικά παρά φιλολογικά χειροπιαστά μαρτύρια μιας πνευματικής φυσιογνωμίας. Και θα μπορούσε κανείς να παρατηρήση: — Αυτά που έγραψε και δεν έφτασαν ως εμάς, ή, αυτά που δεν πρόφτασε μήτε να γράψη, μπορεί να ήταν αριστουργήματα. Όμως εμείς δεν τα ξέρομε. Από το όλον έργο τι βγαίνει τάχα; σχεδόν τίποτε. — Βγαίνει μια ξεχωριστή και μια μοναδική εικόνα. Αδιάφορο αν δεν είν’ εκείνη που θα ήταν αν το είχαμεν ακέριο το έργο του. Το έργο του άγγλου ποιητή Κόλεριτς παρωμοιάστηκε με παλάτι που δεν τελείωσε. Του Σολωμού δεν είναι τάχα σαν παραιτημένα θέμελα παλατιού που δε χτίστηκε; αλλ’ από τον τρόπο που είναι χτισμένα τα θεμέλια κρίνομε για το παλάτι. Πάει χαμένο το μέγα σύνολο το οικοδομικό και η αρχιτεχτονική απ’ άκρη ‘ς άκρη εντέλεια. Αλλ’ από το χαμό, σαν κάποια γαλανά λουλούδια ‘ς τα χαλάσματα, ξεφύτρωσε μιαν άφραστη χάρη. Κάποια νέα ποίηση που συγγενεύει πιο πολύ με την τέχνη όχι του στίχου, αλλά του ήχου. Και τα «Ευρισκόμενα» του Σολωμού μας συγκινούνε πιο πολύ σα μουσικά θέματα ή σαν ποιήματα. Η Μουσική. «Είναι η τέχνη που εκφράζει από κάθε άλλη καλήτερα τους αόριστους στοχασμούς, τα άμορφα όνειρα, τους απεριόριστους και χωρίς αντικείμενο πόθους, τα οδυνηρά και μεγαλόπρεπα ανακατώματα καρδιάς ταραγμένης που όλα τα λαχταρεί και σε τίποτε δε στέκει» [28]. Γιατί χωρίς αρχή και χωρίς τέλος είναι και χωρίς ανταπόκριση στενή προς τα μέρη τους, μας γοητεύουν ως ωραία όνειρα. Μας φανερώνουν την ομορφιά όχι με πλατειά και με χτυπητά ανακράσματα, αλλά μ’ εκείνα που βαθειά και σκεπαστά κρυφοψιθυρίζουν. Μας παίρνουν τον αέρα, ιερά τα λείψανα, μυστικά σα σύμβολα. Η σκοτεινάδα τους δεν είναι από φραστικήν αδυναμίαν, αλλ’ από ευγλωτία βουβή· σαν ένα πρόσωπο που θα σφράγιζε το στόμα του, και θα περνούσεν όλο το χάρισμα της γλώσσας ‘ς τη λάμψη του ματιού. Και τα αποσπάσματα του Σολωμού θυμίζουνε ‘ς εμέ τους στίχους του Sully Prudhomme για κάποια συντριμμένα αγάλματα των ιταλικών μουσείων. «Θάλεγε κανείς πως τα μεγάλα ακέφαλα τούτα συντρίμματα δεν ήτανε σωστότερα καθώς έβγαιναν από τα χέρια που τάπλασαν· και πως έτσι αναγκασμένα να ζούνε ‘ς ένα λιγοστό, ‘ς ένα τόσο δα κομματάκι πέτρας, η ομορφιά τους φαίνεται ομορφώτερη, ερειπωμένη έτσι, παρ’ όσο θα ήταν ακέρια!»

Κάποιος άγγλος κριτικός, [29] σε μια σύγκριση μεταξύ Δάντη και Μίλτον, Ορκάνια και Μαχαηλαγγέλου, δυο λογής βρίσκει πως είναι τα στοιχεία του ποιητικού ύψους, αντίθετα· εδώ η βασανισμένη ‘ς τα καθέκαστα, η καθαρόχρωμη ζωγραφιά· εκεί — ότι, κυριώτερα, πρέπει να ονομάζεται ύψος — η μεγάλη απλωμένη αόριστα, ως τα βάθη του Απείρου, εικόνα. Από τη μια μεριά — θα ελέγαμεν — η πλαστική, από την άλλην η μουσική. Ή, αν θέλετε, γνωριμότερα: τα κλασικά και τα ρωμαντικά στοιχεία. Ο Σολωμός φαίνεται ‘ς την αρχή πως δένει κρυφές αγάπες πότε με τη μία πότε με την άλλη Μούσα, πότε με τις δυο μαζί· ‘ς το τέλος νικάει ο ένας πόθος, και ο ψάλτης των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» είναι ποιητής, γενικώτερα και σημαντικώτερα, ρωμαντικός και μουσικός. Κι αν είχαμε ολόκληρο το ποίημα, πάλι, και με όλη την προσπάθεια του ποιητή να υλικοποιήση τα πνευματικά με κάποια δημοτικήν απλότητα και κλασσική καθαρότητα, και με όλη την πλαστική σφιχτόδετη κανονικότητα του στίχου, του ποιήματος η ψυχή μουσική θαπόμενε. Πολύ περισσότερο τώρα, που έχομε κομμάτια μόνο του ποιήματος άναρχα και ατελείωτα, η μουσική αυτή ψυχή τραβάει πέρα ως πέρα ανεμπόδιστη και φανερώνεται με όλη της τη δύναμη. Και το γνώρισμα τούτο, έτσι αποκλειστικά καθώς δείχνεται, ντύνει τώρα με μιαν έξαφνη νεότητα την ποίηση του Σολωμού, ποίηση πενήντα κ’ εξήντα χρόνων, και την κάνει σύγκαιρη της μεγάλης αλλαγής που έγινε ‘ς τις ημέρες μας, και που ανθεί και που δεν είπεν ακόμη τον τελευταίο της λόγο, και που θέλει την Τέχνη προφήτισσα του μυστηρίου και του ονείρου και του ιδανισμού, και συνθέτει καθεμιά χωριστή τέχνη σαν από κάποια ιδιαίτερα και πνευματικά και μουσικά χαρίσματα των άλλων αδερφάδων της. Και αξίζει ακόμα να σημειωθή πως ενώ τα αποσπάσματα του Σολωμού ‘ς το νου μας φέρνουν τη σύγχρονη ψυχή του κοσμοπολίτικου νεοϊδανισμού, τα ίδια κομμάτια μας θυμίζουνε πάλι κάποια από τα ωραιότερα δημοτικά μας τραγούδια, που, σύντομα και ολιγόλογα, έχουν κάτι ατέλειωτο, απόκοτο, και σκοτεινό και δραματικό και άφραστο, αντίθετα προς τα δημοτικά τραγούδια άλλων ανατολικών λαών, καθώς λ. χ. είναι τα Σερβικά, από τα πλέον ωραία, πολύστιχα, επικώτερα, με μιαν ιστορία που ξετυλίγεται από την αρχή ως το τέλος γιομάτα, καθαρά, και κάπως πεζότερα.

Γ’.

Διαφορετικούς δρόμους παίρν’ η δόξα ενός ποιητή. Ή χωρίς να ξεχωρίζεται, καθώς του πρέπει, το έργο του μέσα ‘ς τις καρδιές, μένει τόνομά του ‘ς τα στόματα. Ή αποθηκεύονται οι στίχοι του ‘ς τη μνήμη του πολλού κόσμου, αποστηθίζονται και τραγουδούνται, και, φυσικά, αλλάζονται και παραμορφώνονται. Ή το έργο του, σαν ένα μεγάλο παράδειγμα ομορφιάς, και τόνομά του σαν ένα σύνθημα λατρείας, βαθειά ζούνε ‘ς τη συνείδηση των διαλεχτών. Η δόξα του Σολωμού σε ποιο δρόμο να βρίσκεται; Τόνομά του πολύ περισσότερο γνωρισμένον από το έργο του. Τα ποιήματά του, για να μη ζητούνται συχνά, δεν ξανατυπώνονται συχνά· είναι από εκείνα που συνηθίζομε να λέμε: δε διαβάζονται. Αν έλειπαν τα δύο τετράστιχα του Ύμνου (ένας ή δυο στίχοι τους πέρασαν μάλιστα ‘ς τη χώρα της Παροιμίας), αν ελείπανε κάποια τραγουδάκια του, μελωδικά τονισμένα και αντιλαλούμενα γλυκά, κοινωνία δεν έχει με τον πολύ κόσμον ο Σολωμός· το έργο του το πρόσεξε ο λαός μόλις λιγάκι περισσότερο από το έργο του Κάλβου. Αν ένα πλήθος γλυκοτραγουδή την Ξανθούλα, πιο πολύ πλήθος ευφραίνεται με το τραγούδι της πασίγνωστης Αντριάννας. Όπως κύριο σημάδι της αξίας ενός καλλιτεχνήματος είναι μια σφραγίδα πνεύματος ξεχωριστού που το σφραγίζει, εσωτερική σφραγίδα και ανεξάρτητη από του κόσμου την ιδέα γύρω του, όμοια, γνώρισμα κύριο της αθανασίας του καλλιτεχνήματος δεν είναι η ζωή του η αξεχώριστη από το θόρυβο του κόσμου· είναι η ξεχωριστή ζωή του μέσα ‘ς το θαυμασμό των διαλεχτών. Η δόξα, που ταιριάζει ‘ς τον ποιητή, αρχίζει όχι από τότε που τον τραγουδεί το στόμα, αλλ’ από τότε που το πνεύμα έλαβεν ιδέα καθαρή της ομορφιάς του. Τη φιλολογική συνείδηση, που προπορεύεται της κοινωνικής, και πρώτ’ απ’ όλες την ποιητική συνείδηση της πατρίδας του ξύπνησεν ο Σολωμός. Κι αξίζει να τον ειπούμε, καθώς ειπώθηκεν ο Σέλλεϋ, «ποιητή των ποιητών.» Αρχηγός έγεινε Σχολής που εξακολουθεί ποικιλότροπα να ξετυλίγεται. Καθείς από τους μαθητάδες του χάραξεν ή πολεμάει να χαράξη δικό του δρόμο, πλατύν ή στενώτερον, αδιάφορο. Καθένας γνωρίζεται από ένα ξεχωριστό σφράγισμα, θαμπότερον ή ζωηρότερον. Όλοι, ποιος λίγο, ποιος πολύ, φιλοτιμούνται κι αγωνίζονται να αισθανθούνε και να δουλέψουν τη Μούσα, καθώς εκείνος. Κ’ έτσι αποχτάμε τη νεώτερη ελληνική Ποίηση με την όψη την πλέον αγνή και φωτόλουστη. Έκλεισε τα μάτια ο Σολωμός και ο νέος χορός των ποιητών από τα Εφτάνησα θρηνεί το θάνατό του· βρύση τα ελεγεία και οι λόγοι, από το Βαλαωρίτη, τον Πολυλά, τον Τυπάλδο, το Μαρκορά και τους άλλους. Και είνε τούτοι, που ανάφερα, μαζί με τον Τσερτσέτη και με το Λασκαράτο, οι άμεσοι κληρονόμοι του· μαζί με τον αρχηγό, η ποιητική Πούλια των Εφτά Νησιών. Ο Λευκάδιος ραψωδός των αρματωλών, όσο κι’ αν διαφέρη, και διαφέρει πολύ από τον αρχηγό, (όσο φαντάζομαι πως θα διαφέρη ένας Ρούμπενς του χρώματος μπροστά ‘ς ένα Μποτισέλλη ), όπου δε στέκεται χαμηλότερά του, από του Σολωμού το γάλα βύζαξεν. Από τη λαμπάδα εκείνου φωτίζεται, κ’ εμπρός τραβάει, και κριτικός και μεταφραστής, ο Πολυλάς· όσο κι’ αν επήδησε τα σύνορα του κύκλου του διδασκάλου, είναι και απομένει μαθητής του. Ο Ιούλιος Τυπάλδος έπαιξ’ ένα σύντομο γλυκό κομμάτι σε λύρα τραβηγμένη μέσ’ από τα άδυτα της Σολωμολατρείας. Ο ευγενικός Μαρκοράς φιλοδοξεί με τον αυλό του ν’ αντιλαλήση και να συμπληρώση τα υψηλά και τα μισοτελείωτα του διδασκάλου. Ο Τσερτσέτης δε δειλιάζει μέσα ‘ς την Αθήνα, που βασιλεύει η καθαρεύουσα, να στιχουργή και να ρητορεύη με απλά ελληνικά· και χριστιανικά και δημοτικά ονειρεύεται — όνειρο μονάχα, — ν’ αναστήση την ελληνικήν αρχαιότητα. Εμπνέεται από το παράδειγμα εκείνου που θέλησε το ίδιο να κάμη με τη φλογερή ρητορική του «Διαλόγου», με κάποια τετράστιχα του ποιήματος του Μπάιρον, και με δύο τρεις στροφές του «Μάρκου Μπότσαρη», που αξίζει να μείνουν αλησμόνητες. Και ο σατυρικός του Ληξουρίου δεν είναι τόσο ξένος προς την πολύτροπη σολωμική τέχνη που της αρέσουνε και τα πικρόχολα περίγελα του Μώμου, κάτου από τη σκέπη της Μούσας του Κουτούζη. Κι’ αυτός που έγραψε τις «Βυζαντινές Μελέτες» και τους «Κρητικούς Γάμους», και με όλο το έξαρμα της λυρικής ιστοριογραφίας του, κάθε φορά που κατεβαίνει να κόψη το λουλούδι του τραγουδιού, μας θυμίζει πως προτού να γίνη δικαστής του Σολωμού, ήτανε θαυμαστής του. Ακόμα και ο Ζαλοκώστας, πριν τον επηρρεάσουν οι ποιητικοί διαγωνισμοί, η δημοσιογραφική καθαρολογία και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, μας δείχνει με το ποίημά του «Το Σπαθί και η Κορώνα» (όσο κι αν δεν είνε καμωμένη για τα γενναία φτερουγίσματα η στενή φαντασία του), πως θέλει να πατήση ‘ς το δρόμο του Σολωμού. Κ’ έξω από τους ποιητικούς μας κύκλους ακουσμένοι μας πεζογράφοι, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Βράιλας, και άλλοι, ερμηνεύουν τα ύψη του Ύμνου· ο Ασώπιος αντιπαραθέτει (αν και δειλά και πεταχτά) το κάλλος των κομματιών του «Λάμπρου», προς την ψυχρότητα του Σουτσικού στίχου [30]. Κι ανάμεσα ‘ς τους ξένους, Ιταλοί μουσοθρεμμένοι, λ. χ. ο Ρεγάλδης και ο Θωμαζέος, που γνώρισαν κι από σιμά το Σολωμό, διαλαλούν τον υπέροχο νου του· λειτουργοί των Ελληνικών γραμμάτων, ως ο Αμερικανός Φέλτον, την ίδια χρονιά του θανάτου εκείνου, «περίφημο ποίημα» ονομάζουν τον Ύμνο και «ύψιστο ποιητικό νου» τον ποιητή του. Του Ύμνου πολλά έχομε, σε πολλές γλώσσες, μεταφράσματα. Προ πέντε χρόνων ο κ. Κάννας, υφηγητής του Πανεπιστημίου της Παβίας, εκεί που σπούδαζε νομικά ο Σολωμός, αρχίζει την πανεπιστημιακή του παράδοση μ’ ένα λόγο περί του βίου και του έργου εκείνου [31]. Και κοντά ‘ς τα εγκώμια ακούονται κάπου και ψυχρότερα λόγια κριτικών και στοχασμοί πιο μετρημένοι, και μουρμουρίσματα. Μέσα ‘ς ένα βιβλίο του ο Ζαμπέλιος αγωνίζεται να παραστήση, με κάποια κριτική δύναμη, αλλά και με δογματικότητα θεολογική, πως τα μόνα άξια έργα του Σολωμού είναι τα πρώτα του απλά τραγουδάκια. Λογογράφοι που απόχτησαν ευρωπαϊκή φήμη, σαν τη Δώρα Δίστρια, πολεμούνε με κάπως αβασάνιστα επιχειρήματα να κατεβάσουν από την κορυφαία του θέση το Σολωμό. Έπειτα έρχονται οι καθαρολόγοι της σχολής των Σούτσων. Ομολογούν την έξοχη φαντασία του υμνογράφου για να προσβάλουν πιο ελεύθερα την τέχνη του και τη γλώσσα του. Ο Αλέξανδρος Σούτσος, ενώ αναγνωρίζει την «λαμπράν φαντασίαν» του Σολωμού, και τον Ύμνο ανακηρύττει «διθύραμβον πλήρη ύψους και οίστρου πινδαρικού», ‘ς την ίδια του σημείωση, με κάποιαν αφέλεια, γράφει ότι ο νέος ποιητής ακολούθησε ‘ς τα ποιήματά του, «ασχημισμέν’ από αναριθμήτους ελλείψεις της γλώσσης και του ρυθμού, της Ιταλικής στιχουργίας τους κανόνας.» [32] Με τον ίδιο νου κρίνει και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, αν και είναι εντονώτερος και ‘ς τον έπαινο και ‘ς τον ψόγο· γυρεύει να κάμη ένα πολύ παράξενο ταίριασμα· θέλει το Σολωμό μαζί μεγαλοφυή ποιητή και απολύτως κακόγλωσσο. Παράξενο είν’ ακόμα πως ένας ποιητής, που κάθε άλλο μπορεί να θεωρηθή ή Σολωμικός, δείχνει ένα θαυμασμόν απεριόριστο προς το Σολωμό· είναι αυτός ο Ζαλοκώστας, καθώς δείχνει το γράμμα του προς το Ρεγάλδη. «Είν’ ένας άνθρωπος, γράφει, μοναδικός που εγώ λατρεύω από χρόνια. Είναι ο μόνος ποιητής που θάχη καύχημά του μια μέρα αυτός ο άτυχος ξεπεσμένος τόπος. Όταν επρωτοδιάβασα τον Ύμνο του, αισθάνθηκα να αρπάζομαι in altra tera ed altro mar.» Κι ακόμα παράξενο είναι πως άλλος πάλι ποιητής που πήρε από το Σολωμό την πρώτη ορμή, και με κατάνυξη θρησκευτική, και μια και δυο φορές, τον εδοξολόγησε, ύστερα μίλησε για τούτον με μιαν κρύαν, αρνητικήν, επιφύλαξη· είναι αυτός ο Βαλαωρίτης, καθώς δείχνει το γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ροΐδην: «Αν εξαιρέσης τον Ύμνον, γράφει, τον οποίον ο Σολωμός δεν ήθελε ν’ ακούση, κατά το μακρόν διάστημα του βίου του, καίτοι εντελώς αμερίμνου, τι άλλο παρήγαγε τέλειον, άρτιον, πλήρες; Το απόσπασμά του Λάμπρου έμεινεν απόσπασμα, και εν γένει όσα ευρέθησαν μετά τον θάνατόν του ανέκδοτα ποιητικά δοκίμια δεν ηύξησαν βεβαίως την δόξαν του . . . Είναι βέβαιον ότι διά να καθέξη τις τόσον ευρύν χώρον εν τη νεωτέρα ελληνική ποιήσει όσον κατέλαβεν ο Σολωμός, πρέπει, αφού απέθανεν εβδομηκοντούτης, να μη περιορίζεται η παραγωγική του δύναμις εις ένα μόνον ύμνον και ολίγας ασυναρτήτους στροφάς.» Το γράμμα τούτο έχει χρονολογία «3 Νοεμβρίου 1877.» Η χρονιά που βγήκανε ‘ς το φως τα πολύκροτα μανιφέστα του κ. Ροΐδη «Περί συγχρόνου κριτικής και ποιήσεως.» Φανερόν ότι ο ψάλτης του «Φωτεινού» θυμωμένος είναι κάπως με τον κριτικό που έδωκε ‘ς τον ποιητή του «Λάμπρου» μια τέτοια ξεχωριστή θέση, και που τελειώνει το έν από ταπαισιόδοξα φυλλάδιά του με μιαν ωραία φράση, γιομάτη ελπίδα: «Χώρα ήτις εγέννησεν Ομήρους και Σοφοκλείς, και είχε χθες ακόμη δημοτικά άσματα και Σολωμόν» κτλ.

Γενικώτατα: ξανοίγομεν ενθουσιασμό μεγάλο για το Σολωμό σε όσους καλλιέργησαν τη δημοτική γλώσσα, σε στίχους ή σε πεζά· σεβασμό προς εκείνον ακόμα και από τους καθαρολόγους στιχογράφους και πεζογράφους μας, ας είναι διόλου ξένοι προς τα ιδανικά εκείνου. Νομίζεις πως έχει χρέος καθένας να ξεσκεπάζεται κάθε φορά που ακούει τόνομα του Σολωμού· όμως το χρέος τούτο βλέπεις πως δεν πηγάζει τόσο από τη φωτεινή συνείδηση της ποιητικής αξίας εκείνου, όσο από ένα νόμο, που δειλιάζει κανείς να τον παρακούση, ή από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο που αναγκασμένος είσαι, θέλεις δε θέλεις, να το προσέχης. Εννοείς πως το όνομα, πιο πολύ από το έργο, ρίζωσ’ εδώ πέρα, και πως του έργου λογαριάζονται, όχι η πιο σημαντική αξία, η εσωτερική, η καλλιτεχνική, η ασύγκριτη, αλλά κάποια στοιχεία, ηθικά πάντα και σπουδαία (ο πατριωτισμός λ. χ.), όμως, για την ιδέα της Τέχνης, εξωτερικώτερα, κατώτερα, ολιγώτερο σημαντικά, όχι απαραίτητα· στοιχεία που δε λογαριάζονται ‘ς την Τέχνη, παρά αφού τα μεταχειριστή ως όργανα προς το σκοπό της κι αφού τα μετουσιώση κατάλληλα η δημιουργική Φαντασία. Για τούτο και σήμερ’ ακόμα για τον πολύ κόσμο εθνικός ποιητής είναι ο Σολωμός εκείνος που έγραψε τα πρώτα τετράστιχα του Ύμνου (δημοτικά και τούτα μονάχ’ από τη μουσική του Μαντζάρου, όπως δημοτικοί θα γίνονταν και οι άθλιοι πατριωτικοί στίχοι του Μαρτελάου «Όθεν είσθε των Ελλήνων κόκκαλα αντρειωμένα κτλ.», αν ετύχαινε να τους τονίση κάποιος μουσικός)· ενώ ο Σολωμός του «Κρητικού» και των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», (είναι οι στίχοι που ένα έθνος αξίζει να υπερηφανεύεται γιατί τους έχει ‘ς τη γλώσσα του), εκείνος ακόμα δε λογαριάζεται καθώς του πρέπει.

Πολλά χρόνια δεν πέρασαν αφότου άρχισεν Σολωμός φωτεινότερα να ξαπλώνεται ‘ς τα βάθη της ελληνικής ψυχής. Δεν είναι δεκαπέντε είκοσι χρόνια που ξύπνησεν η συνείδηση κάποιων ποιητών μας νέων και άρχισαν — δειλά και ψαχτά ‘ς τα σκοτάδια, όμως άρχισαν — από πάνω τους να τινάζουν την τυραννία μιας ρητορικής πεζολογίας και μιας γλώσσας αντιποιητικής. Και τότε ενώ από τη μια μεριά φανερώνεται το δημοτικό τραγούδι, πρώτο και μόνο ταιριαστό ξεκίνημα του δρόμου που γενναία να τρέξουνε βάλθηκαν, από την άλλη τη μεριά ο Σολωμός από πατριώτης και εθνικός, και, δεν ξέρω τι άλλο, ποιητής του Ύμνου, και δεν ξέρω τίνος άλλου θουρίου, γνησίου ή νόθου, ξανοίγεται πως είναι ο Ποιητής, χωρίς κανένα επίθετον ή στόλισμα· και φανερώνεται ο Σολωμός, πρώτο και άξιο σημάδι για να σταματήση το δρόμο του καθένας ποιητής που ονειρεύεται την ποίηση βαθειά και υψηλή και παναρμόνια [33]. Το γλυκοχάραμα που δείχνει ‘ς τα βάθη μια ποιητική Αναγέννηση ‘ς τον τόπο μας, βοηθάει η κριτική εργασία· πότε προπορεύεται, πότε παράπλευρα στέκει με τη νέα μας ποιητική έμπνευση. Κάθε φορά που σημειώνεται ‘ς τη Σκέψη μας κάτι φωτεινό, κάθε που δοκιμάζεται γενναίο βήμα προς τα εμπρός, το φως έρχεται και το βήμα γίνεται με το σύνθημα Σολωμός. Με το Σολωμό ο Πολυλάς παρουσιάζεται σοφός εξηγητής και οδηγητής προς την αληθινή Τέχνη. Με το Σολωμό ο Ροΐδης γκρεμίζει πρώτα τα φιλολογικά μας, κ’ ύστερα τα γλωσσικά μας είδωλα. Με το Σολωμό ο Ψυχάρης, συχνά πυκνά, σημαδεύει τα βαρύβροντα επαναστικά βιβλία του και τα γλωσσικά του κηρύγματα. Με το Σολωμό ο Καλοσγούρος μας ξαναθυμίζει, λαμπρά λαγαρισμένη, τη φυσιογνωμία του Σολωμού, με ολίγα λόγια του. Ως την τελευταία ώρα σε περιοδικά, ‘ς εφημερίδες και ‘ς τα λιγοστά βιβλία τους, πρεσβύτεροι και νεώτεροι, όσοι εργάζονται και αξίζουν, κάτου από τη σκέπη του Σολωμού ανταμώνονται και βρίσκουν κάποιο ταίριασμα, οι δυσκολοταίριαστοι. Και θα περάσουν τα χρόνια και οι καιροί, και η Μούσα θα χτίση ‘ς την Ελλάδα ναούς και λειτουργούς θάβρη αγνότερους, πιο άξιους, πιο ξακουστούς· κι ακόμα ο Σολωμός θα στέκεται ‘ς την κορφή, κι ακόμα, ύστερ’ από αιώνες, θα ταιριάζη να λέγεται γι’ αυτόν ό,τι ο κριτικός Voguè είπε για το Chateaubriand: «Ήταν η ζωντανή πηγή για τη νεώτερη ποίηση. Όλα όσα αισθανόμαστε, και με τον τρόπο που τα αισθανόμαστε σήμερα, πήραν από μιας αρχής μορφή και χρώμα μέσα ‘ς την ψυχή του.»

Δ’.

Ο λογοτέχνης, κι ο πλέον καταφρονητής της φήμης, φροντίζει πάντα, όπως όπως, για την τύχη των έργων του· αποκατασταίνει τα πνευματικά του έργα ‘ς τη δημοσιότητα, σαν πατέρας τα παιδιά του ‘ς τη ζωή. Όμως ο Σολωμός είναι μοναδικό φαινόμενο καταφρονετικής αφροντισιάς προς το έργο του. Κ’ ενώ σε θέσην ήτανε να κοιτάξη το τύπωμα των ποιημάτων του, καλήτερ’ από άλλους, τάφησε να σκορπιστούνε ‘ς τους ανέμους και ν’ αδικοθανατίσουν· κ’ εκείνα που γεννούσε της στιγμής και τα πετούσε ξέγνοιαστα, χωρίς να καταδέχεται μήτε να ταντιγράψη, κ’ εκείνα που ζηλόφθονα κρατούσε ‘ς το συρτάρι του, και όλο τα κλάδευε και τα συγύριζε. Όσα πετούσ’ εδώ κ’ εκεί δυσκολογνώριστα είναι από τα χέρια κι από τα σημάδια του ενός και του άλλου· όσα φρόντιζε, ξέρομε πως εχάθηκαν. Για τούτο κι ο ποιητής, που εδώ και λιγώτερ’ από μισόν αιώνα, ζούσε ανάμεσό μας, είναι σα να στέκη μακρειά μας αιώνες· είναι σα να έζησε προτού βρεθή η τυπογραφία. Και τα έργα του δεν παρουσιάζονται μόνο σα λείψανα, τα περισσότερα, καθώς των αρχαίων, αλλά φέρνουν απορίες και φροντίδες γεννούνε σαν εκείνα των αρχαίων. Έχομ’ εκείνων κείμενα γνήσια και κείμενα νόθα μέσα ‘ς αυτά, σε ποια μεριά δούλεψε το χέρι του ποιητή, και πού το χέρι του ξένου; Δεν το καλογνωρίζομε. Ποιήματα έχομε που δεν ξέρομε αν είναι αυτά τα τελειωτικά πλάσματα, ή τα προπλάσματα που θάθελαν ακόμα χτένισμα· και στίχους που δεν είν’ εύκολο να καταλάβης μέσα σε πιο ποίημα πρέπει να σταθούν. Πώς την ήθελε τη δημοτική γλώσσα ο ποιητής; καλά δεν το ξέρομε, αφού καλά δεν το ξέρομε πώς την έγραφε. Όταν η κριτική των κειμένων συλλογιστή μια μέρα να σταματήση και ς’ τα δικά μας, τι κάμπος για κείνη πλουσιοπάροχος οι στίχοι του Σολωμού!

Δεν έδωκε να τυπωθή κανένα του έργο, και μήτε που φαίνεται να φροντίζη για τύπωμα στίχου του πουθενά. Μόνο μια φορά ‘ς τη ζωή του δεν εκράτησε τον κανόνα· το 1833 στέργει να φανούνε ‘ς ένα Κερκυραϊκό περιοδικό, για χάρη μιας μιλαίδης, τα δεκάξι οχτάστιχ’ από το «Όραμα», και φροντίζει ο ίδιος το τύπωμά τους. Το 1857 — του τέλους του η χρονιά — υπαγορεύει σε φίλο του τη «Φαρμακωμένη», για να δημοσιευθή ‘ς την «Πανδώρα.» Ας προστεθή και ο Ύμνος που το φως πρωτόειδε ‘ς το Μισολόγγι κατά τα 1824, από χειρόγραφο, νομίζω, που πήρε ‘ς τα χέρια του ο Τρικούπης από τον ποιητή. Μόνο για τα τρία τούτα, και σε τόσο μακρινά, τόνα από τάλλο, χρονικά διαστήματα, (μάλιστα για το τρίτο πολύ δεν είμαστε βέβαιοι), μπορεί να λέμε θετικά: «Έτσι τα ήθελε·» για όλα τάλλα δίκαιο να κρίνεται, λίγο ή πολύ, ανεύθυνος. Γιατί και όλο το άλλο έργο, εκείνο που δε χάθηκεν ακατανόητα, παραιτημένον όπως όπως, αθεώρητον απόμεινε ‘ς τα χέρια και ‘ς τη διάθεση φίλων και θαυμαστών, αντιγραφέων, εκδοτών, τυπογράφων, κάθε λογής, κάθε παιδείας, κάθε βουλής. Για τούτο και παθαίνει το έργο τούτο, από τα πρώτα γυμνάσματα ως τα σχέδια τα υστερνά, «του λιναριού τα πάθη.» Ο ποιητής άλλοτε τους εκφωνεί μόνο τους στίχους του προς τους φίλους, και άλλοτε τους δίνει χειρόγραφους προς τους ίδιους· τους εμπιστεύεται άλλοτε προς τη μνήμη, άλλοτε προς την αντιγραφική προθυμία εκείνων που τον περικυκλώνουν. Μάλιστα όσο προχωρεί ‘ς τα χρόνια, και γίνεται ωριμώτερη η εργασία του, τόσο μεγαλώνει, φαίνεται, η παραξενιά του· δεν αφίνει πια χειρόγραφα ‘ς τους φίλους, του φτάνει να τους λέη στίχους του, άκρες μέσες. Όμως οι στίχοι αντιλαλούνται από στόμα σε στόμα, φέρνονται αντιγραμμένοι από τετράδιο σε τετράδιο. Και γίνεται κ’ εδώ ό,τι και ‘ς τον παλιό καλό καιρό. Εκείνοι που πιο πολύ αρέσουν, έχουν και τα περισσότερα αντίγραφα· (λ. χ. η σάτυρα «Το όνειρο», μόλις γίνεται γνωστή, κυκλοφορεί ‘ς ένα σωρό αντίγραφα.) Εκείνοι που έτυχε και να μπούνε σε σκοπό, ζούνε ζωηρότερα ‘ς τα τραγούδια. Όμως και τα χέρια που αντιγράφουν και τα στόματα που τραγουδούν, αδύνατο, φυσικά, να ξεφύγουν από τις απροσεξίες κι από τα λάθη κι από ταυθαίρετα· προσθέτουν ή κολοβώνουν, αλλάζουν, παραμορφώνουν. Σημαδεύουνε και τρίβουν τα ποιήματα, σαν τα νομίσματα, δάχτυλα και χτυπήματα κάθε λογής. Σε περιοδικά και ‘ς εφημερίδες φαίνονται μερικά από τα γνωστότερά μας· μα ποιος ξέρει αν είναι αυτή η αληθινή τους μορφή! Μέσα σε μιαν Ανθολογία βάναυσ’ ανακατώνονται και καταντούν δυσκολογνώριστα κ’ εκείνα τα ωραιότερα οχτάστιχα του «Λάμπρου.» Τη χρονιά που πέθανε, βλέπουνε το φως και δύο τρεις συλλογές από στίχους του, ψευτοραμμένες, πρόχειρα και βιαστικά. Και φίλοι ακόμα φωτισμένοι του Σολωμού, εντόπιοι και ξένοι, δημοσιεύουνε μέσα σε βιβλία τους, για τραγούδια του ελληνικού λαού ανώνυμα, ποιήματα του Σολωμού. Αλλού, μεταφρασμένοι στίχοι του τυπώνονται για πρωτότυποι δικοί του. Άλλα πάλιν άλλων έργα, κι όχι από τα πιο ζηλεμένα της νεοελληνικής Μούσας, περνούν ακόμα για έργα του Σολωμού. Δουλεύει αδιάκοπα η μνήμη, και πολλές φορές και η φαντασία, τώρα με το φίλο του ποιητή, και ύστερα με το φίλο του φίλου του ποιητή, και ακόμα με τον απόγονο του φίλου του φίλου του ποιητή. Ο ένας θυμάται πως τάκουσε το δείνα τετράστιχο από τον ίδιο το Σολωμό· ο άλλος ότι άκουσε να λέη ο τάδε πως του το είχε παραδώσει το δείνα δεκάστιχον ο ίδιος ο ποιητής. Άλλος αναφέρει την εποχή, άλλος και το μέρος ακόμη που γράφτηκεν ή που αυτοσχεδιάστηκε το ποίημα. Άλλος θυμάται τετράδια ποιημάτων του Σολωμού, με τα νούμερα, με το σχήμα τους και με το χρώμα τους. Αυτός θυμήθηκ’ έξαφνα ‘ς τα γεράματα ένα τραγούδι του Σολωμού που συγκινούσε τα νιάτα του. Εκείνος πήγε και το ξέθαψεν από κιτρινισμένο δεφτέρι, πατρική του κληρονομιά.

Έπρεπε να πεθάνη ο ποιητής, για να γίνη σκέψη προς κάποιο σοβαρό και στοχαστικό περιμάζεμα των έργων του. Κι από τα σκορπίσματα κι από τα συντρίμματα δένεται ‘ς την Κέρκυρα και γίνεται, το 1859, το πρώτο ακέριο τύπωμα των «Ευρισκομένων» του Σολωμού. Δικοί και ξένοι κάνουν ό,τι δύνανται προς τούτο. Κάτι που μοιάζει με το άνοιγμα καλλιτεχνικού σαλονιού. Όσοι έχουν εικόνες του πεθαμένου ζωγράφου, ή σκίτσα του απλά ή μολυβιές του, ή κάτι που νάχη οπωσδήποτε τον αέρα ή τη φήμη πως είναι δουλειά του ζωγράφου, τα κουβαλούν από δω κι από κει. Ο εκδότης έχει ‘ς τη διάθεσή του κάποια χαρτιά· τα χειρόγραφα· όσα κι’ όπως βρεθήκανε, στίχους ελληνικούς και ιταλικούς, και πεζά ιταλόγλωσσα σχέδια και σημειώματα. Οι στίχοι αρχισμένοι και ξαναρχισμένοι· οι ίδιοι, καθώς μας είναι γνωστό, γραμμένοι κατά τρόπους διαφορετικούς. Από αυτούς ξεδιαλέγει, και κάνει το κείμενο· τους άλλους τους τοποθετεί παράμερα· και σχηματίζονται οι παραλλαγές. Αν είναι τούτοι στερνοί και τελειωτικοί στίχοι, κι αν είν’ εκείνοι προτήτεροι και ατελέστεροι, αν αυτοί ταιριάζουνε για το κείμενο, κι εκείνοι για τα σημειώματα, δε δείχνεται ξάστερα πάντα. Του εκδότη δεν του έτυχε προς τούτο κανένα όργανο που να τα ξεχωρίζη καθαρισμένα τα πράγματα· εμπιστεύεται ‘ς την κρίση και ‘ς την καλαισθησία του, φωτισμένες, οπωσδήποτε, και ζυγισμένες, δυναμωμένος από τη φιλία του ποιητή κι από τη στενώτερη γνωριμία που είχε με τα έργα του. Για το κείμενο, πότε προτιμά τη γραφή που ηύρε ‘ς το νεώτερο χειρόγραφο· πότε τη γραφή που ηύρε ‘ς το αρχαιότερο· πότε προκρίνει από το στίχο του χειρογράφου το στίχο που απομένει ‘ς τη δική του μνήμη, παραδομένος από το στόμα του ποιητή, ή ‘ς την ενθύμηση κανενός άλλου. Πότε ο στίχος δεν υπάρχει ‘ς το χειρόγραφο, και δούλεψε πάλιν η μνήμη. Ολόκληρα ποιήματα — και δεν είναι λίγα, δε βρίσκονται ‘ς τα χειρόγραφα· περιμαζεύονται ‘ς τον τόμο καθώς τυπώθηκαν από ξένους εδώ κ’ εκεί, όπως όπως, ή με κάποια διορθώματα. Μερικοί στίχοι δε φαίνονται τίνος ποιήματος είναι· ο εκδότης υποθέτει πως ταιριάζουν εδώ ή εκεί· και τους τοποθετεί. Χάσματα και σκοτάδια. Για να γεμίση τα χάσματα, παίρνει και μας μεταφράζει τα ιταλικά πεζά πρωτοσχέδια ποιημάτων αγέννητων ή μισογέννητων· κ’ έτσι με την πρωτόγονη ψυχή του ποιητή ανακατώνεται ανεπαίσθητα, σε μια χημικήν ένωση, και κάποιο ξένο στοιχείο· η πνοή του μεταφραστή. Ο εκδότης πιάνει ακόμα να φωτίση τα σκοτάδια με υποσημειώματα ή επεξηγήματα· όμως το φως τούτο, αχνό σα φεγγαριού, δε ρίχνει τάχα μια φανταστική όψη ‘ς τα φωτιζόμενα; Οπωσδήποτε η εργασία είναι κριτική και γίνεται με όλη τη δυνατή προσοχή και την ευλάβεια. Κ’ έτσι, αν δε μας δείχνεται πάντα έτοιμη η εργασία του ποιητή, μας δίνεται να καταλάβουμε κάτι από τον τρόπο με τον οποίον εργάζεται ο ποιητής. Ο Taine παρωμοίασε το πνεύμα του ανθρώπου με ρωλόι· «Έχει το μηχανισμό του, γράφει, κι ανάμεσα ‘ς τα κομμάτια του έχει ένα ελατήριο, το σημαντικώτερο. Ξεχωρίστε το ελατήριο τούτο, δείχτε μας πώς κάνει και σαλεύουν όλα τάλλα, ακολουθήσατε την κίνηση τούτη από κομμάτι σε κομμάτι ως τον ωροδείχτη όπου καταλήγει.» [34] Ο τόμος της Κερκύρας δε μας παρουσιάζει μόνο την πρόσοψη του ωρολογιού, σκεπασμένου· μας το αφίνει ανοιχτό· βλέπομ’ εμπρός την ώρα, και πίσω σκύβοντας, ξανοίγομε τη μηχανή του, και κοιτάζομε πώς δουλεύει· παίρνομε κάτι από τη χαρά των παιδιών, όταν συντρίβουν το παιγνίδι για να ιδούν τι κρύβει μέσα του. Όμως τέτοια, και καμιά, χαρά δε θάνοιωθεν ο ποιητής αν ημπορούσε να του πέση ‘ς το μάτι κανέν αντίτυπο των δημοσιευμένων ποιημάτων του. Φαντάζομαι πως λύπη και θυμός θα τον ετάραζαν. Εκείνος, τόσο δύσκολος προς τα τέκνα του, ώστε και να τα σιχαίνεται τα περισσότερα, και να τα κάνη απόπαιδα, και καμιά φορά να τα σημαδεύη, υβριστικώτατα, ‘ς το περιθώριο του χειρογράφου· εκείνος που και τον Ύμνο του ακόμα καταφρονούσε, τι θα έλεγε κι αν έβλεπε με φροντίδα περιμαζεμένα σε βιολίον όσα θα είχε ξεχάσει πως υπάρχουν, ή όσα δε θα ήθελε να εξακολουθούν υπάρχοντα, κι ακρωτηριασμένα και παραμορφωμένα απάντεχα όσα αλλιώς ωνειρεύτηκε και αλλιώς εδούλεψε; και τι θάλεγεν αν έβλεπε πως μήτε σημάδια άφησαν όσα πίστευεν άξια να ζήσουνε με τόνομά του, για τ’ όνομά του!

Το νέο τούτο τύπωμα ακολούθησε, φυσικά, την τελειότερη και κριτικώτερην έκδοση των ποιημάτων του Σολωμού, την Κερκυραϊκή του 1859. Το κείμενον, οι παραλλαγές, το συγύρισμα των αποσπασμάτων, μερικά σημειώματα κ’ επεξηγήματα και συμπληρώματα, η μετάφραση και η παράθεση των πεζών ιταλικών κομματιών, όλα παρμέν’ από την έκδοση εκείνη. Μόνο πως η κατάταξη κάπως άλλαξε. Ανοίχτηκαν πρώτα πρώτα δυο μεγάλα χωρίσματα· ‘ς το πρώτο μπήκαν όλα τακέρια ποιήματα· ‘ς το δεύτερον όλα τα, μικρά ή μεγάλα, αποσπάσματα. Έπειτ’ ακολουθούνε, χωριστά βαλτά, τα λίγα μεταφρασμένα. Κ’ ύστερα, όμοια χωρισμένα, σαν εξαιρετικόν είδος και δυσκολοταίριαστο με τη γενική φυσιογνωμία της Σολωμικής Μούσας, τα σατυρικά. Έπειτα τα πεζά, δηλαδή ο μονάκριβος Διάλογος του 1824, κομματιασμένος και τούτος. Και τέλος τα Ιταλικά, από ταυτοσχέδια σονέττα ως το ρητορικό εγκώμιο του Φωσκόλου. Οι παραλλαγές, αντί να βαλθούνε ‘ς το τέλος των ποιημάτων, όπως γίνονταν ως τώρα, και όπου σαν παραρριμένες έμεναν, γιατ’ ήτανε σα δύσκολο κάπως και βαρετό να τρέχη εκεί να τις ξεθάφτη κανείς, — αραδιάστηκαν αμέσως αποκάτου από τα κείμενα· κ’ έτσι πρόχειρο το διάβασμα κι ακοπώτερ’ η παραβολή και η κρίση. Όσο δυνατόν ήτανε, φυλάχτηκε μια κάποια χρονολογική σειρά ‘ς την κατάταξη, για να δείχνεται οπωσδήποτε και το ξάνοιγμα της φαντασίας του ποιητή. Σε μερικά ποιήματα σημειώθηκε και η χρονιά που έγιναν, όπου ο χρόνος είναι θετικά γνωστός, και όπου δεν κλείνεται το ποίημα, όσο να σχεδιασθή, όσο να γραφή, και όσο να πάρη πάγιον τύπο, σε διάστημα χρόνων ολόκληρων, καθώς ο «Λάμπρος» από το 1822 ως το 1833, καθώς οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» από το 1826 ως το 1849. Βαλμένα ‘ς την παρούσαν έκδοση και μερικά που λείπουν από την Κερκυραϊκή, λ.χ. τα Σονέττα που τύπωσε ‘ς την Κέρκυρα ο Στράνης, και κάποια άλλα σύντομα στιχουργήματα, κάπως όχι τόσον άξια του Σολωμού, ύποπτα πάντα· παρμένα όλα από το Ζακυθινό ξανατύπωμα του 1880. Διωρθώθηκεν η ορθογραφία στίχων και πεζών, συστηματικά, φροντισμένη από το σοφό καθηγητή Νικόλαο Πολίτη. Καλλιτεχνικό απόχτημα του βιβλίου τούτου είναι τα συνθέματα του διαλεχτού ζωγράφου μας Ιακωβίδου που το στολίζουν, εμπνευσμέν’ από τη σολωμική ποίηση. Μολαταύτα δίκαιον είναι η παρούσα έκδοση να θεωρηθή πως κλείνει τη σειρά των παλαιών τέτοιων, όχι πως ανοίγει μια νέα εκδοτική εποχή του Σολωμού με πιο σπουδασμένο τρόπο μελέτης και φροντίδας. Την περιμένομεν ακόμα την εποχήν αυτή. Προς τούτο θα χρειάζονταν, από μιας αρχής, να κυνηγηθούνε μερικά· μια επίσκεψη ‘ς τη Ζάκυνθο και ‘ς την Κέρκυρα, ‘ς τους τόπους όπου έζησεν ο ποιητής, και όπου, πριν ο χρόνος όλα τα σβύση, θα μιλούνε ακόμα κάποια σημάδια της ζωής του σημαντικά, και θα κρατούνε κάτι τι άβγαλτο που δεν ειπώθη ακόμα. Τι γίνονται τα χειρόγραφα του ποιητή, τα σκόρπια, ατέλειωτα και χασματώδη που βρέθηκαν, όπως βρέθηκαν; Καινούργιο ξανασκάλισμα και τούτων άγονο δε θα ήταν. Ένας γάλλος κριτικός, από τα χειρόγραφα του Ουγκώ που του παραδόθηκαν, αφού πέθανε, για να τα εξετάση, έβγαλε κάποια συμπεράσματα περίεργα για την ψυχολογία του μεγάλου ποιητή. Μια μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του Σολωμού είναι απαραίτητη. Όπως και μια μελέτη της επιρροής των Ιταλών, καθώς θα δείχνεται ‘ς τα καθέκαστα του σολωμικού στίχου [35] Αντίθετα, το τύπωμα του πρωτοτύπου κειμένου των πεζών ιταλικών σχεδίων και στοχασμών, που τα ξέρομε μονάχ’ από τη μετάφραση του Πολυλά, θα βοηθούσε πολύ ‘ς το φώτισμα κάποιων σκοτισμένων σημείων. Τάχα η ελπίδα χάθηκεν ολότελα πώς μπορεί να βρεθούνε χαμένα έργα του; ή δεν υπάρχει καν ελπίδα θετικά να ξεδιαλυθή αν πραγματικώς χάθηκαν έργα του; και ποια, και πώς, και γιατί; Αν όχι νέον ολωσδιόλου Σολωμόν, αλλά κάποιο φωτερώτερο και στρογγυλότερο Σολωμό περιμένομ’ ακόμα.

Και μου έρχεται ‘ς το νου κάποιος άλλος ποιητής· το έργο του δε μοιάζει απάνω κάτω σε τίποτε με το έργο του Σολωμού· όμως η ψυχή του ενός συγγενεύει κάπως με την ψυχή του άλλου, και μοιάζουν αρκετά των δύο έργων οι μοίρες. Ο άλλος αυτός ποιητής είναι ο Αντρέας Chenier, Ανδρείας ο Θραξ, καθώς αυτονομάζεται ‘ς ένα στίχο του ελληνικόν· ο ποιητής — καθώς άλλου εκφράζεται ο ίδιος — «που μια ωραία Ελληνίδα ‘ς της νιότης το άνθος τον εγέννησε Γάλλο μέσα ‘ς το Βυζάντιο.» [36] Ο Chenier τελειώνει περίλαμπρα δύο αιώνων φιλολογική περίοδο, την περίοδο του κλασσικισμού. Η κλασσική ιδέα, ξεπεσμένη άθλια, αναδίνει με τους στίχους του υστερνό πλουσιοπάροχο άνθισμα, προτού χαθή μια για πάντα· ενώ ο Σολωμός αρχίζει ολόφωτα καινούργιαν εποχή, και είναι πιο πολύ ρωμαντικός και μουσικός, και είναι γεννημένος από το δημοτικό τραγούδι, και ζυμωμένος είναι με τον Ιταλικό πολιτισμό, καθώς είναι ο άλλος θρεμμένος με όλη την αρχαίαν ελληνολατινική σοφία, κλασσικός πάντα και ζωγραφικός. Ο ένας ιταλικά σημειώνει τους στοχασμούς του, όπως ο άλλος, πολλές φορές, ελληνικά· όμως πάντα φράγκος ο ένας, όπως ο άλλος ρωμιός. Μα και οι δυο κρατούνε κλεισμένη μέσα τους κι από μιαν Ελλάδα. Και οι δυο, τεχνίτες αντικειμενικοί, ζητούν τον κόσμο τους να πλάσουν έξω από το εγώ τους το ατομικό. Και του ενός και του άλλου, τα πιο σπουδαιότερα που φιλοδόξησαν ποιήματα (μια φιλοσοφική σύνθεση από τις μεγάλες ιδέες του καιρού σε σκαλιστούς στίχους), απόμειναν και τα πιο μισά. Και το γάλλο και τον έλληνα δεν τους μέλει ‘ς το φως να δώσουν τα έργα τους. «Φύλαττε για τον εαυτό του, λέγει ο ίδιος εγκωμιαστής του Chenier που παραπάνω εσημείωσα, και για τους πιο στενούς του φίλους το πάθος που του σκλάβωνε τη ζωή.» Όμοια, μόνο σε κάποιους φίλους εμπιστευόταν τους στίχους του. Όμοια και ο γάλλος άφησε κομμάτια μονάχα σε όλα τα είδη του ποιητικού λόγου, «συντρίμματ’ από μελωδίες, από στοχασμούς, κι από μελέτες», καθώς τα είπεν ο Sainte-Beuve. Σαν τον Έλληνα, και ο γάλλος εσχεδίαζε λίγο λίγο και υπομονετικά τα έργα του, τάγραφε πρώτα πεζά, και μέσα ‘ς το στίχο ακόμα, όταν τη φράση δεν την εύρισκε με μιας, σφήνωνε τον πεζό λόγο. Και του Chenier ‘ς την αρχήν εθρήνησαν οι φίλοι χαμένα, κατά τρόπον αξήγητο, ποιήματα. Κ’ εκείνου, καθώς του Σολωμού, θυμούνταν, οι φίλοι τετράδια με ωρισμένα νούμερα, σχήματα, χρώματα. Εδώ κ’ εξήντα χρόνια ο Sainte-Beuve [37] φαντάζονταν μια έκδοση των έργων του Σενιέρου ειδυλλιακή, καθώς την έλεγεν. Έκδοση σαν εκείνες των αρχαίων, που είναι λίγα γνωστά γι’ αυτούς και που ταιριάζονται με τα έργα τους, βασανισμένα, λεπτολογημένα, και με θρησκευτικήν ευλάβεια, κάθε γνώμη, κρίση, μαρτύριο, κάθε τι που σχετίζεται μ’ εκείνους. Από τότε κριτικοί και εκδότες προχωρήσανε σημαντικά και δούλεψαν αποτελεσματικώτατα για το έργο του Chenier. Τόνειρο του μεγάλου κριτικού έστρεξε με το παραπάνω. Λίγο λίγο βγήκανε ‘ς το φως πλήθος από τους χαμένους στίχους του Chenier, ξεδιαλύθηκαν όλα τα σκοτεινά της ζωής του και τα περίπλοκα της τέχνης του, κ’ ένας πολυγνώστης γάλλος, ο Becq de Fouquiéres δοξάστηκε μόνο και μόνον ως εκδότης, σχολιαστής και βιογράφος του ποιητή. Η γοητεία του αρχαίου ακόμα και πάντα θα σφραγίζη τον ποιητή του «Τυφλού»· αλλ’ από τότε που πιο πολλά για κείνον είναι γνωστά, σιμώτερα ήρθε. Στην κριτική εργασία του Πολυλά χρωστάει βέβαια πολλά πολλά η δόξα του Σολωμού. Όμως ακόμα περιμένομεν ένα εκδότη, κ’ ένα εξηγητή του Σολωμού, όμοια σοφό, μα λιγώτερο αισθηματικόν, αντικειμενικώτερο κριτή του διδασκάλου. [38] Ανάγκη, αργά ή γλήγορα, να φανή, ακόμα κι αν έτρεχε κίνδυνο νάβγη από τα χέρια του σμικρυμένη κάπως η δόξα του ποιητή. Πρώτα η αλήθεια. Για την αλήθεια πολεμούσε κι ο Σολωμός, όταν εγύρευε την απόλυτη ομορφιά ‘ς την ποίηση, και της ζωής την ομορφιά ‘ς τη γλώσσα. Δεν είν’ εκείνος που είπε «το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ότι είναι αληθινό [39];»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

*Απόσπασμα από το έργο: Διονύσιος Σολωμός | ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΥΠΟ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΕΝΤΕ ΦΩΤΟΤΥΠΙΩΝ ΚΑΤΑ ΣΧΕΔΙΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ Ν. ΓΥΖΗ και Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ. Πρώτη Έκδοση 1901. Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία, 2020. Σελ. 558. Αποκλειστικά διαθέσιμο στο: www.grecobooks.com

About Ιωάννης ΝΑΣΙΟΥΛΑΣ

administrator
Ο Ιωάννης ΝΑΣΙΟΥΛΑΣ είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, Εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικονομίας. Είναι επικεφαλής της δημοτικής παράταξης "Νέα Αρχή για την Θεσσαλονίκη" και Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης

Το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error:
Αρέσει σε %d bloggers: